Υπάρχουν δυο ειδών γονείς. Εκείνοι που πηγαίνουν τα παιδιά τους σε παιδότοπους με μπαλοπισίνες και εκείνοι που μια μέρα αποφασίζουν να τα πάρουν μαζί τους σε συναυλία των Iron Maiden στο ΟΑΚΑ.
Μαντέψτε σε ποια κατηγορία ανήκω.
Η ιδέα γεννήθηκε κάπου ανάμεσα σε ένα παιδικό τραγούδι στο YouTube και ένα πρωινό που έμοιαζε να κρατάει τρεις εργάσιμες μέρες. Κοίταξα τα παιδιά μου -το ένα γεμάτο απορίες, το άλλο γεμάτο μπισκότο- και σκέφτηκα: «Ή τώρα ή ποτέ». Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο σχολείο, υποχρεώσεις, τάπερ και “μην τρέχεις μέσα στο σπίτι”. Είναι και στιγμές. Θόρυβος. Φώτα. Ιδρώτας. Μουσική που σου δονεί το στήθος.
Και κάπως έτσι, βρεθήκαμε στο OΑΚΑ, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους ντυμένους στα μαύρα, με μπλουζάκια από περιοδείες που πιθανότατα έγιναν πριν γεννηθώ εγώ -και σίγουρα πριν γεννηθούν τα παιδιά μου.
Το πρώτο σοκ για τα παιδιά ήταν ότι «όλοι αυτοί οι κύριοι έχουν μακριά μαλλιά».
Το δεύτερο, ότι η μαμά ήξερε όλους τους στίχους.
«Μαμά, τους ξέρεις αλήθεια;»
Όχι απλώς τους ήξερα. Τους είχα ζήσει. Οι Iron Maiden ήταν εκείνες οι κασέτες που έπαιζαν στα εφηβικά μου χρόνια, όταν νόμιζα ότι η ζωή θα λυθεί με μουσική, έρωτα και λίγη επανάσταση. Τελικά λύθηκε με λογαριασμούς, πλυντήρια και παιδικά γενέθλια, αλλά δεν πειράζει. Η μουσική έμεινε.
Η συναυλία ξεκίνησε και το ΟΑΚΑ μεταμορφώθηκε. Τα φώτα χαμήλωσαν, ο κόσμος ούρλιαξε και για λίγες ώρες δεν υπήρχαν ηλικίες. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι που τραγουδούσαν μαζί. Το μικρό μου παιδί κοιτούσε γύρω του σαν να μπήκε σε άλλη διάσταση. Το μεγάλο είχε ήδη αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά το πόδι και να φωνάζει «ουάου» κάθε τρία λεπτά.
Κι εγώ;
Εγώ στεκόμουν ανάμεσά τους και προσπαθούσα να αποτυπώσω τη στιγμή μέσα μου. Γιατί κάποια πράγματα δεν χωράνε σε φωτογραφίες. Είναι εκείνες οι μικρές προσωπικές νίκες της μητρότητας που δεν φαίνονται. Να δείχνεις στα παιδιά σου ποια ήσουν πριν γίνεις “μαμά”. Να τα αφήνεις να γνωρίσουν τον άνθρωπο πίσω από τις λίστες του σούπερ μάρκετ και τα “βάλτε παπούτσια γιατί αργούμε”.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Eddie και το μικρό μου παιδί κρύφτηκε πίσω μου τρομαγμένο. Το μεγάλο, αντίθετα, ενθουσιάστηκε τόσο που άρχισε να εξηγεί στον μικρό ότι «είναι η μασκότ τους, δεν είναι αληθινός».
Μητέρα του χρόνου: εγώ, που προσπαθούσα ταυτόχρονα να καθησυχάσω το ένα παιδί και να μην χάσω το αγαπημένο μου κομμάτι.
Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα κάτι πολύ όμορφο. Τα παιδιά δεν θυμούνται πάντα τα “τέλεια”. Δεν θυμούνται αν το σπίτι ήταν τακτοποιημένο ή αν το φαγητό είχε πετύχει. Θυμούνται εμπειρίες. Θυμούνται πώς ένιωσαν. Θα θυμούνται ότι μια καλοκαιρινή βραδιά η μαμά τους φόρεσε ένα παλιό ροκ μπλουζάκι, τους έδωσε ωτοασπίδες και τους πήγε να δουν μια μπάντα που έκανε ένα ολόκληρο στάδιο να τραγουδά σαν μία φωνή.
Φυσικά, υπήρξαν και οι κλασικές γονεϊκές στιγμές.
«Διψάω.»
«Πεινάω.»
«Πότε θα τελειώσει;»
«Γιατί αυτός ο κύριος φωνάζει τόσο δυνατά;»
Κάπου ανάμεσα σε κιθάρες, καπνούς και παιδικές απορίες, κατάλαβα ότι η μητρότητα δεν σημαίνει να εγκαταλείπεις όσα αγαπούσες πριν αποκτήσεις παιδιά. Σημαίνει να τα μοιράζεσαι μαζί τους. Να τους ανοίγεις μικρά παράθυρα στον δικό σου κόσμο.
Γυρίζοντας σπίτι, κουρασμένοι, ιδρωμένοι και με τα αυτιά να βουίζουν ακόμα, το μεγάλο μου παιδί με ρώτησε:
«Μαμά… πότε θα ξαναπάμε σε συναυλία;»
Και τότε χαμογέλασα.
Γιατί κάπου ανάμεσα στους Iron Maiden, τα φώτα του ΟΑΚΑ και τα παιδικά μάτια που γυάλιζαν από ενθουσιασμό, γεννήθηκε μια ανάμνηση που θα μας ακολουθεί για χρόνια.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι η οικογένεια.
Να μεγαλώνεις παιδιά χωρίς να μικραίνεις τον εαυτό σου.













