Ήθελα να γράψω πολύ καιρό αυτό το άρθρο και πριν μερικές μέρες, μια ταινία που ξαναείδα αλλά κυρίως ξανάκουσα με έκανε να θυμηθώ το γιατί.
Ας είμαστε ειλικρινείς: πόσες φορές έχουμε ανατριχιάσει με σκηνή από ταινία χάρη στη μουσική της; Πόσοι έχουμε περπατήσει μέσα στο σπίτι μας -και σαν παιδιά αλλά και σαν ενήλικες- σαν ήρωες επικής ταινίας, έχοντας στο μυαλό μας και σιγομουρμουρίζοντας ή και φωναχτά, δραματικά ριφ και εμβατήρια;
Τα soundtrack δεν είναι απλώς ένα στολίδι μιας ταινίας· είναι ο αφανής πρωταγωνιστής που κατευθύνει το συναίσθημα μας, το τι θα θυμόμαστε όταν ανάψουν τα φώτα και τελικά το αν θα αγαπήσουμε μια ταινία ή αν θα μισήσουμε έναν χαρακτήρα.
Λίγη ιστορία πριν πατήσουμε το play
Μπορεί σήμερα να θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε ταινία συνοδεύεται από μουσική, όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Πριν το περίφημο “ταν-ταν” των Σαγονιών του Καρχαρία μας κάνει να φοβόμαστε ακόμη και τα παιδικά φουσκωτά, και πριν τα βιολιά του Ψυχώ μας πείσουν ότι το ντους είναι επικίνδυνο σπορ, οι θεατές των πρώτων κινηματογράφων είχαν ήδη συνηθίσει να βλέπουν ταινίες με μουσική συνοδεία. Μόνο που αυτή δεν ερχόταν από τα ηχεία, αλλά από έναν κουρασμένο πιανίστα που προσπαθούσε να συγχρονιστεί με την οθόνη και με το βήχα του κυρίου στην τρίτη σειρά.
Για να αποφευχθεί η αμήχανη σιωπή –και ίσως το θορυβώδες μάσημα των θεατών– οι κινηματογράφοι συνήθιζαν να έχουν έναν πιανίστα ή ακόμη και μικρές ορχήστρες που έπαιζαν ζωντανά κατά τη διάρκεια της προβολής.
Η πρώτη ταινία που χρησιμοποίησε ηχογραφημένη και συγχρονισμένη μουσική ήταν ο Don Juan (1926) που σκηνοθέτησε ο Alan Crosland.
Η ταινία περιείχε πλήρως συγχρονισμένη μουσική και ηχητικά εφέ, αλλά όχι διαλόγους. Έναν χρόνο αργότερα ήρθε η The Jazz Singer, η οποία χρησιμοποίησε συγχρονισμένη μουσική, τραγούδια και ορισμένες σκηνές με ομιλία. Αν και δεν ήταν τεχνικά η πρώτη ταινία με ήχο, ήταν η πρώτη που γνώρισε τόσο μεγάλη εμπορική επιτυχία ώστε άλλαξε οριστικά την ιστορία του κινηματογράφου.
Το Psycho και τα Jaws αποτέλεσαν σταθμούς στην εξέλιξη της κινηματογραφικής μουσικής. Στο Ψυχώ, ο συνθέτης Bernard Herrmann δημιούργησε τις διάσημες, διαπεραστικές κραυγές των βιολιών στη σκηνή του ντους, αποδεικνύοντας ότι η μουσική μπορεί να τρομάξει περισσότερο από ό,τι δείχνει η ίδια η εικόνα. Και στα Σαγόνια του Καρχαρία, ο John Williams κατάφερε με δύο μόνο νότες να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να κοιτούν με καχυποψία ακόμη και την μπανιέρα τους.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η μουσική δεν ήταν πλέον πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.
Η μουσική ξέρει τι πρέπει να νιώσουμε (ακόμη κι όταν εμείς δεν το ξέρουμε)
Σκεφτείτε μια σκηνή τρόμου χωρίς μουσική. Ένας άνθρωπος ανοίγει αργά μια πόρτα. Μπαίνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Κοιτάζει γύρω του ψάχνοντας το φως. Και όλα αυτά σκεφτείτε τα χωρίς μουσική.
Χωρίς μουσική το πιθανό είναι να αναρωτηθούμε αν ψάχνει το φως για την τουαλέτα.
Προσθέστε όμως τώρα από την αρχή της περιγραφής μερικές νότες βιολιού, ή λίγο απόκοσμο πιάνο και ξαφνικά η ανατριχίλα είναι δεδομένη.
Η μουσική καθοδηγεί τα συναισθήματά μας. Μας προειδοποιεί για τον κίνδυνο, μας προετοιμάζει για τη συγκίνηση και μας βοηθά να συνδεθούμε με τους χαρακτήρες. Ακόμη και όταν δεν την προσέχουμε συνειδητά, εκείνη κάνει αθόρυβα τη δουλειά της.
Υπάρχουν soundtracks που έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μας και από τις πρώτες κι όλας νότες μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε. Η επική μουσική του Star Wars από τον John Williams, το δραματικό θέμα από το Game of Thrones του Ramin Djawadi ή το εμβληματικό τραγούδι My Heart Will Go On από την ταινία Titanic είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Στην πραγματικότητα πολλές φορές αναγνωρίζουμε πρώτα τη μουσική και μετά τον τίτλο ή την πλοκή της ιστορίας. Μπορεί να είστε φανατικοί του Lord of the rings αλλά είμαι σίγουρη ότι αναγνωρίζεται απευθείας τη μουσική από το Harry Potter.
Πολλά από τα πιο γνωστά soundtracks ταινιών ξεπέρασαν τα όρια της οθόνης. Βρήκαν μια θέση στα walkman (και ναι, είμαι τόσο αρχαία), μπήκαν στα ακουστικά μας, στις δισκοθήκες μας και τώρα είναι παντού, έχουν θέση στη ζωή μας. Μερικές φορές μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο: μια ταινία μπαίνει στη μνήμη μας περισσότερο για τη μουσική της, παρά για την πλοκή της.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ορισμένοι συνθέτες έχουν αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές, σχεδόν όπως οι ροκ σταρ. Άλλωστε, όταν μια ορχήστρα παίζει ζωντανά μουσική κινηματογράφου μπροστά σε χιλιάδες θεατές που χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, κάτι μας λέει ότι το soundtrack έχει πλέον βγει από τη σκιά της εικόνας.
Ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της κινηματογραφικής μουσικής είναι ότι λειτουργούν σαν χρονομηχανή. Ένα μουσικό θέμα μπορεί να μας γυρίσει πίσω χρόνια, στην πρώτη μας φορά που πήγαμε σινεμά, σε μια οικογενειακή βραδιά με ποπ κορν και κουβερτάκι ή σε μια εποχή της ζωής μας που ταυτιστήκαμε με αυτή τη μουσική.
Δεν συνοδεύουν απλώς τις ιστορίες που βλέπουμε. Τις ντύνουν, τις στολίζουν, τις ενισχύουν και πολλές φορές τις κάνουν αθάνατες. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράδοξο της κινηματογραφικής μουσικής: ενώ προορίζεται να ακούγεται στο παρασκήνιο, είναι πολλές φορές εκείνη που μένει πιο έντονα στο προσκήνιο της μνήμης μας.













