Το γενναίο μου άτι
Ο ήλιος καυτός από πάνω μου,
ένα μακρινό αντικείμενο γυαλίζει.
Είναι αυτή η ζωή αρκετή;
Παίρνω τον δρόμο του ανόμου.
Το άτι που καβαλάω χλιμιντρίζει.
Η γη αυτή στέκει άδεια.
Το στέρνο μου αρχίζει και πονά.
Οι σκιές των πουλιών με σκεπάζουν.
Μαύρα πετούν και πεινασμένα.
Στη ζωή μου σχέδια πολλά.
Οι καταιγίδες στον νου μου δεν παύουν.
Θ’ αναπαυτώ άραγε ποτέ;
Για πάντα στο άλογό μου ευγνώμων.
Του χρωστάω τόσα που με κουβαλά,
στη ράχη του ονειροπολώ.
Σ’ αυτή τη γη των παρανόμων
η καρδιά μου έχει πάψει να γελά.
Τ’ άλογό μου πάει να σκάσει.
Εδώ χάμω θα το θάψω,
δίπλα σ’ αυτή την πέτρα.
Τ’ αντικείμενο δεν γυαλίζει πια.
Να κάνω όνειρα δεν θα πάψω.
Τα πουλιά μάς κοιτάζουνε πιο πέρα.
Την ψυχή απ’ το γενναίο μου άτι θα φορέσω.













