Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή τη βιβλιοεμπειρία μ’ ένα fun fact. Σαν παιδί, είχα πάρα πολλές φοβίες. Μια από αυτές ήταν η απώλεια της μνήμης μου. Φοβόμουν πως θα μου συμβεί κάτι και θα ξεχάσω όλους όσους πλαισίωναν τη ζωή μου, μαζί και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Από 6 ετών κρατούσα σχεδόν καθημερινό ημερολόγιο. Είχα ατζέντα με όλα τα τηλέφωνα των φίλων μου και μεγαλώνοντας κρατούσα από τα ραβασάκια που ανταλλάσσαμε μεταξύ μας κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, μέχρι και τα περιτυλίγματα των δώρων με τις ιδιόχειρες αφιερώσεις. Ήμουν μια κίσσα των στιγμών στην κυριολεξία!
Η προσωπική αυτή συλλογή κατέληξε ως ένα χρονικό ενηλικίωσης που έμεινε κλεισμένο μέσα στο σεντούκι των αναμνήσεων και συγκεκριμένα στην ντουλάπα μου. Μέχρι και που ξεκίνησα το βιβλίο της Sally Rooney «Κανονικοί Άνθρωποι» από τις Εκδόσεις Πατάκη και αναγκάστηκα να τ’ ανοίξω.
Η ιστορία φαινομενικά ξεκινά με τη σχέση δύο παιδιών της Μαριάν και του Κόννελ, συμμαθητές σ’ ένα σχολείο της Ιρλανδίας. Ο Κόννελ ζει με τη μητέρα του, η οποία εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην έπαυλη των γονιών της Μαριάν.
Τα δύο παιδιά είναι φίλοι και συχνά περνούν χρόνο μαζί. Δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι κοινωνικά χαρακτήρες, καθώς ο Κόννελ είναι ένα από τα πιο δημοφιλή παιδιά του σχολείου του, ενώ η Μάριαν εμφανίζεται περισσότερο εσωστρεφής και παρουσιάζει δυσκολία στο να κάνει φίλους, καθώς για τους περισσότερους είναι «πολύ περίεργη» για τα γούστα τους.
Μια άβολη μεταξύ τους συζήτηση, τους οδηγεί στο ν’ αλλάξουν οι ζωές τους. Έναν χρόνο μετά, τους βλέπουμε φοιτητές στο Trinity College του Δουβλίνου και εντελώς διαφορετικούς. Η Μαριάν είναι μια κοινωνική πεταλούδα, με αυτοπεποίθηση και έντονη ζωή, ενώ ο Κόννελ αποτυχημένα προσπαθεί να βρει τις ισορροπίες του σ’ αυτό το νέο περιβάλλον, ψάχνοντας τη θέση του στον κόσμο.
Η ενηλικίωση τούς φέρνει αντιμέτωπους με την ερωτική εμπειρία κι ανακάλυψη, που καθένας τους ψάχνει σε διαφορετικά πρόσωπα, αλλά η αδυναμία να υπάρξουν ο ένας χωρίς τον άλλον τους επιστρέφει συνεχώς στο ίδιο σημείο: στη συναισθηματική ασφάλεια που μοιράζονται όταν είναι μαζί.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται για ένα μετεφηβικό love story, αλλά η Rooney δεν είναι ο άνθρωπος που γράφει ωραίες ιστορίες και κινηματογραφικά σενάρια με happy end.
Όταν τελείωσα το βιβλίο και σκεφτόμουν πώς θα το περιέγραφα με δυο λέξεις αυτές ήταν: «ψυχολογικός όλεθρος».
Η Rooney, η οποία έχει χαρακτηριστεί από το αναγνωστικό κοινό της ως Millennial icon, τίτλο που την κάνει να νιώθει άβολα (παρ’ όλα αυτά είναι απολύτως ταιριαστός), δε σκιαγραφεί απλά την ιστορία δύο αναποφάσιστων παιδιών με δυσκολία στο να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, αλλά πιάνει τον παλμό μιας ολόκληρης γενιάς.
Μια γενιά που μάτωνε εσωτερικά, αλλά φορούσε την cool μάσκα της κοινωνικότητας για να κρύψει σημάδια.
Μια γενιά που έμαθε να καταπίνει, να μη λέει πολλά, να σφίγγει τα δόντια και ν’ αντέχει, προσδοκώντας εκείνες τις καλύτερες μέρες που θα έρχονταν με την απομάκρυνση από ένα τοξικό περιβάλλον, αγνοώντας πως το περιβάλλον δεν εξαφανίζεται μαγικά με μια βαλίτσα, αλλά το κουβαλάς στωικά πάνω σου, μέχρι να βρεις το θάρρος να το κάψεις.
Οι Millennials έβρισκαν μια ιδέα, έναν αγώνα που τους πάθιαζε -είτε αυτό θα ήταν ο υποσιτισμός στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, είτε μια κοινωνική αδικία εις βάρος των ευπαθών ομάδων- και δίνονταν ολοκληρωτικά σε αυτήν, για να μπορέσουν να βρουν νόημα, λόγο ύπαρξης και να μπορέσουν να νιώσουν πως κάπου είναι χρήσιμοι.
Μια ολόκληρη γενιά, ταλαντούχα και αφυπνισμένη, που όμως πνιγόταν μέσα στην ανασφάλεια της κοινωνικής ένταξης και αδυνατούσε να θεωρήσει τον εαυτό της ικανό ή «φυσιολογικό». Οι Millennials ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που τιμωρούσαν τους εαυτούς τους προκαταβολικά και με ενοχή για όσα ακόμα τολμούσαν να σκεφτούν.
Δεν νομίζω πως έχει υπάρξει άλλη εποχή που τα παιδιά της στράφηκαν τόσο βαθιά στον εαυτό τους και ξεκίνησαν να σκάβουν με λύσσα και με πόνο, για να βρουν τι είναι αυτό που πραγματικά φταίει και νιώθουν τύψεις για την ευτυχία.
Όλα αυτά που σας περιγράφω είναι κομμάτια που θα εντοπίσετε μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μαζί με την ντροπή για την ερωτική επιθυμία, τον φόβο της σύνδεσης, την ανασφάλεια να υπάρξεις σ’ ένα ανεξάρτητο πλαίσιο όπου τις αποφάσεις τις παίρνεις μόνος σου, την αδιαφορία για σύγκρουση όχι από συνειδητή επιλογή, αλλά ως μια ύστατη προσπάθεια να βρεις μια στιγμή ηρεμίας.
Γιατί ίσως το βασικότερό μας θέμα ως Millennials ήταν η εύρεση μιας εξίσωσης που θα διαφύλασσε το μόνο πράγμα που μαστιγωνόταν αλύπητα – την ψυχική μας υγεία.
Η Rooney ως μαρξίστρια, υπογραμμίζει τις ταξικές διαφορές, όχι ως φόντο μιας πραγματικότητας, αλλά ως θέση που επηρεάζει τον τρόπο που σκέφτονται, κινούνται, παίρνουν αποφάσεις οι άνθρωποι και διαμορφώνεται η ψυχοσύνθεσή τους.
Οι πρωταγωνιστές δεν ωριμάζουν γραμμικά όπως στα περισσότερα βιβλία, αλλά γίνονται πλήρωμα μιας Οδύσσειας που άλλοτε ακουμπάει στεριά και άλλοτε το παρασέρνει ο αέρας, ρίχνοντάς το σε βίαια κύματα και βγάζοντας τον τελικό προορισμό από τον χάρτη για χρόνια ολόκληρα.
Κάπως έτσι όμως δεν είναι και ρεαλιστικά η ζωή;
Η συγγραφέας δεν κάνει κανένα εσωτερικό σχόλιο μέσα στην αφήγηση, δεν πετροβολεί τους χαρακτήρες της, δεν τους κρίνει. Τους αφήνει να υπάρχουν μέσα στη ροή της ιστορίας, τους κατανοεί και τους σέβεται, αφήνοντας ουσιαστικά την ίδια την πλοκή να τους δώσει τις απαντήσεις που ψάχνουν.
Αν και οι αναγνώστες έχουν ταυτίσει τη Μαριάν με τη συγγραφέα και υπάρχει η αιωρούμενη άποψη πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, εκείνη το έχει αρνηθεί, λέγοντας μάλιστα πως οι λογοτέχνες δε ζουν απαραίτητα αυτά που γράφουν. Θα συμφωνήσω.
Ωστόσο, επειδή οι άνθρωποι που έχουμε φορέσει το τραύμα μας για χρόνια κατάστηθα, έχουμε έναν τρόπο ν’ ανιχνεύουμε τους ομότεχνους, σαν σκυλί που μυρίζει την αγέλη του, θα τολμήσω και θα πω πως η Rooney είναι μία από εμάς. Το υπογράφω.
Ο τρόπος με τον οποίο χτίζει τρισδιάστατα, αναλύει, φωτίζει, κουκουλώνει τους χαρακτήρες δεν μπορεί να είναι απλά αντικείμενο μελέτης και παρατήρησης, όσο ταλαντούχος κι αν είναι ένας συγγραφέας. Ένας καλός συγγραφέας γράφοντας για κάτι που έχει δει, είναι συγκινητικός. Όταν, όμως, γράφει για κάτι που έχει σκίσει τον κόσμο του, είναι συντριπτικός. Και αυτό ακριβώς είναι η Rooney.
Σας έλεγα πιο πάνω πως το βιβλίο της με έκανε να ανοίξω εκείνη την παλιά συλλογή κι ο λόγος είναι πως κάπου στις 40 σελίδες ανάγνωσης, ένιωθα κάπως ξένη μέσα σε όλο αυτό. Εκεί κατάλαβα πως δεν έφταιγε το βιβλίο, αλλά η ενήλική μου θέση. Μπορεί και τα χρόνια ψυχοθεραπείας που κάπως θόλωσαν το πόσο βαθύ ήταν τελικά το τραύμα.
Για αυτό γύρισα πίσω. Για να το ανοίξω πάλι, να καταλάβω και να θυμηθώ πώς είναι να υπάρχεις ως μια Μαριάν. Μαγεία η λογοτεχνία, δεν νομίζετε;
Το «Κανονικοί Άνθρωποι» είναι το πρώτο βιβλίο που δεν μπορώ να κατηγοριοποιήσω: να πω αν μου άρεσε, αν όχι, αν είναι μέτριο ή αν είναι passable. Σίγουρα όμως μου έκανε κάτι. Ενδεχομένως να το ανακαλύψω σε μια δεύτερη ανάγνωση.
Όσο ευκολοδιάβαστο κι αν φαίνεται, δεν είναι καθόλου. Σταμάτησα πολλές φορές, γύρισα πίσω, ξαναδιάβασα, το άφησα και το ξεκίνησα πάλι. Μου έγινε ασφυκτικό, με στεναχώρησε κι εκεί που αναθαρρούσα, με κατακερμάτιζε.
Η απουσία στίξης σε διαλόγους δημιουργούσε έναν λεκτικό χείμαρρο που δεν ήξερες πού ξεκινά η αφήγηση και πού μπαίνει η σκέψη. Κάποιοι λένε πως είναι λόγω της απόδοσης μετάφρασης, ολοκληρώνοντας όμως το βιβλίο μπορώ να πω πως πρόκειται για μια τακτική της συγγραφέα. Μια αποδόμηση του «κανονικού».
Ανάμεσα στους αναγνώστες, οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι μιλούν για αριστούργημα, κάποιοι για μια υπερεκτιμημένη ιστορία.
Το δικό μου συμπέρασμα είναι πως το βιβλίο το αγκαλιάζεις ανάλογα με την αλήθεια που αντέχεις.
Κι αυτή η ρωγμή ελεύθερης βούλησης, είναι από μόνη της μια επιτυχία.













