Happiness can be found even in the darkest of the times, if one only remembers to turn on the light
-Albus Dumbledore-
Η αλήθεια είναι πως η σκέψη μου αυτή την εβδομάδα ερχόταν γύρω-γύρω από ένα άρθρο για την τοξικότητα, που καλούμαστε ν’ αντιμετωπίζουμε καθημερινά και να τη βγάζουμε καθαρή και με σώας τας φρένας.
Επειδή, όμως, η τοξικότητα είναι ένας φαύλος κύκλος που -ακόμα κι η αναφορά της- μαυρίζει την ψυχούλα μου και μου προκαλεί θυμό, είπα να εστιάσω στις εξαιρέσεις.
Εκείνους τους φωτεινούς ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο μας, που πιστεύουν σε εμάς, που βλέπουν κάτι που ο υπόλοιπος κόσμος αγνοεί και που μας καθοδηγούν να βρούμε τη θέση μας σ’ αυτόν τον κόσμο και να λάμψουμε.
Ίσως αφορμή να είναι που εγώ η ίδια αποφάσισα να μπω σε μια κατάσταση ζωής χωρίς πλέον ν’ αναλύω τους λόγους που κάποιος επιλέγει να γίνεται κακός, να φτιάχνω ψυχολογικό προφίλ και να βρίσκω δικαιολογίες για όλα.
Έχουμε χίλιους λόγους να γινόμαστε λίγοι, αλλά αποτελεί μέρος της εξέλιξής μας η εύρεση εκείνου του μοναδικού, που γεμίζει εμάς και τους γύρω μας με ελπίδα κι αγάπη.
Οπότε συγγνώμη, θ’ ασχοληθούμε με ενήλικες σήμερα. Ενήλικες που πόνεσαν, έπαθαν, έκλαψαν κι επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο. Να γίνουν έμπνευση για τους άλλους.
Από μικρή ήμουν ένας μαγνήτης μπελάδων. Κάτι που με ακολουθεί έως και σήμερα. Έχω ένα ταλέντο να με αγαπούν ή να με μισούν θανάσιμα με το που μπαίνω στο δωμάτιο. Χωρίς να κάνω κάτι ιδιαίτερο και χωρίς να διαθέτω αυτή την ενοχλητική ευκολία με την οποία κάποιοι κάνουν τα πράγματα να φαίνονται αβίαστα.
Σε όλα χρειάζομαι άπειρο χρόνο, πολλή δουλειά και κάμποσα καντάρια ιδρώτα. Κάτι που οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται και με θεωρούν μια σνομπ «σπασίκλα απουσιολόγο».
Αυτό το «ταλέντο» έγινε βαρύ με τα χρόνια. Σαν τυχοδιώκτης της θέσης μου ανάμεσα στους ανθρώπους. Πάντα είχα μια άρνηση ηθική να προσδώσω τα ίσα και πάντα είχα θέμα με το να θέτω όρια. Φυσικό επακόλουθο ήταν να βάλω πολλές φορές το κεφάλι μου κάτω από το «υγρό πυρ» των γύρω μου και να το υποστώ. Σχεδόν αδιαμαρτύρητα.
Οι φοβίες μου έγιναν μεγαλύτερες, η τάση μου να αμφισβητώ τον εαυτό μου έγινε πάγια θέση και κάρφωσα αλλεπάλληλα την ίδια μου την ύπαρξη με τις πρόκες του «δεν είσαι καλή», «πάλι έκανες λάθος», «δεν είσαι χρήσιμη». Μπήκα σ’ ένα σκοτάδι και κλείστηκα μέσα με τη θέλησή μου, αρνούμενη ν’ αναπνεύσω χωρίς να μου το επιτρέψουν.
Κι ύστερα ήρθαν εκείνοι. Όχι πολλοί. Ίσως ένας-δυο τη φορά. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια ζήτημα είναι αν συμπληρώνουν και τα δέκα δάχτυλα των χεριών. Κάποιοι τους λένε «φωτεινούς», κάποιοι τους λένε «καλούς ανθρώπους». Εγώ τους λέω με τα ονόματά τους, γιατί τους θυμάμαι όλους.
Εκείνοι που δεν ήρθαν με μαθήματα, με νουθεσίες και διορθώσεις. Εκείνοι που δεν ήρθαν να με σώσουν, αλλά να μου θυμίσουν ποια είμαι. Εκείνοι που στάθηκαν αθόρυβα δίπλα μου κι έκαναν ένα νεύμα που έλεγε «σε βλέπω». Κι αυτή η μικρή -για ορισμένους ανούσια κίνηση- έγινε για μένα λόγος ν’ αναπνεύσω. Να μην νιώθω ένοχη για τον χώρο που πιάνω.
Άνθρωποι που δε λειτούργησαν εγωιστικά. Που δεν είχαν ανάγκη να με μικρύνουν για να μεγαλώσουν οι ίδιοι. Άνθρωποι, τεράστιοι μέσα τους, που ήθελαν το ίδιο να κάνουν και για μένα. Μόνο αντάλλαγμα; Να κάνω το ίδιο και για κάποιον άλλον, όταν σταθώ γερά στα πόδια μου.
Να γίνω φως, έμπνευση και παράδειγμα. Να χρωματίσω με ζωηρά χρώματα το γκρίζο κάποιου που το είχε ανάγκη, ανοίγοντας μικρούς κύκλους πίστης σε μοναχικές ευθείες.
Άνθρωποι που άλλαξαν τη ζωή μου μ’ ένα χαμόγελο, που κινητοποίησαν τη σκέψη μου δωρίζοντάς μου ένα βιβλίο γιατί το «είδαν και με σκέφτηκαν», που «έπιασαν» τα συναισθήματά μου από τα μάτια και μοιραστήκαμε έναν καφέ και μια ωραία συζήτηση.
Άνθρωποι που, αν και είχαν τόση σοφία και γνώσεις, ζήτησαν την γνώμη μου και την αγκάλιασαν ως μια σημαντική τοποθέτηση. Που μου έδωσαν χώρο κι ελευθερία να εκφραστώ με τον τρόπο που νιώθω καλά και δε στένεψαν τη φαντασία ή τη δημιουργικότητά μου.
Κι εγώ, που στα δικά μου μάτια ήμουν μικρή και ξεροκατάπινα από ντροπή και δέος, έγινα για εκείνους σημαντική. Σιγά-σιγά μ’ έμαθαν να μη διπλώνομαι, να μην έχω την κακή συνήθεια να μιλάω ψιθυριστά και με καμπουριασμένη πλάτη, να μην κρατάω το βλέμμα χαμηλά, αλλά με σιγουριά και στην ευθεία.
Γιατί αυτοί οι λίγοι, που αφιέρωσαν τον χρόνο τους σ’ εμένα, που είδαν όλες εκείνες τις δυνατότητες που αγνοούσα πως έχω, είναι αυτοί που με βοήθησαν να γίνω όλα όσα είμαι σήμερα.
Μου έδειξαν πως πάντα έχω λίγο ακόμα.
Λίγη πίστη ακόμα.
Λίγη δύναμη ακόμα.
Λίγο κουράγιο ακόμα.
Πολλή αγάπη ακόμα.
Κι αυτό το τελευταίο φρόντισαν να με βοηθήσουν να το καλλιεργήσω. Γιατί απ’ όλα όσα ψάχνοντας ανακάλυψα, ήταν αυτή η μαγική ικανότητα. Η δύναμη του να παραμένω ανθρώπινη με κόντρα τις συνθήκες. Ας με θεωρούν χαζή, ανόητη κι αφελή. Ας μιλούν απαξιωτικά κι ας σκάβουν λάκκους για να πέσω.
Να προχωράω κι όσο μπορώ να κλείνω τ’ αυτιά μου στον αρνητισμό του κόσμου. Να βρίσκω πάντα κάτι όμορφο να πιαστώ και πάνω εκεί να χτίζω.
Κι ας υπάρχει ελέφαντας στο δωμάτιο.
Κι ας μου κλείνει τον δρόμο κάποιες φορές.
Εγώ να προχωράω και να βλέπω πάντα την ωραία θέα από το παράθυρο και τα όσα απίθανα βρίσκονται εκεί εξώ.
Κάθε μέρα είναι πάλη με το σκοτάδι. Μα κάθε μέρα είναι και μια ευκαιρία να δω ξανά το φως.
Δεν είναι εύκολο.
Κάποιες φορές σαν άνθρωπος λυγίζω. Αμφιβάλλω.
Μα κάπως μυστηριακά, έρχεται απρόσμενα κάποιος και με επανασυγχρονίζει με μια όμορφη κίνηση, μ’ ένα «ευχαριστώ», με μια αυθόρμητη αγκαλιά σφιχτή ή μ’ ένα αισιόδοξο «καλημέρα» στην άλλη άκρη του δρόμου.
Μια σοφή γυναίκα στη ζωή μου, μου λέει συχνά πως ο πυρήνας που έχουμε μέσα μας, πέρα από καθρέφτης, είναι και καθοριστικός παράγοντας που οργανώνει τα πάντα γύρω μας. Αν φωτίζονται ή σκοτεινιάζουν, έχει να κάνει με το υλικό που επιλέγουμε να πλάθουμε τον εαυτό μας.
Πάντα μου υπενθυμίζει: Στις δύσκολες μέρες ν’ αφήνεις τις ηλιαχτίδες σου ν’ αγγίζουν όλα όσα σε κάνουν χαρούμενη για να μην χάνεσαι.
Και κάπου εκεί κατανοώ πως άνθρωποι σαν εκείνη, σαν όλους αυτούς που στέκονται διακριτικά κι ενθαρρυντικά δίπλα μας, είναι ό,τι πιο κοντινό σε θαύμα έχουμε.
Για αυτό… ας φωτίζουμε!













