Στην Ελλάδα, ο ρόλος του νονού δεν είναι απλώς ένας ρόλος. Είναι θεσμός. Είναι κοινωνική σύμβαση, ψυχολογικό στοίχημα και –μερικές φορές– μια παρεξήγηση με κουφέτα.
Γιατί υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες:οι νονοί από υποχρέωση και οι νονοί από καρδιάς. Και αν νομίζετε ότι η διαφορά τους φαίνεται μόνο στο δώρο, έχετε υποτιμήσει τη δύναμη της ψυχής… και της βαρεμάρας.
Ας ξεκινήσουμε με τον νονό από υποχρέωση. Αυτόν που βρέθηκε να βαφτίζει επειδή «έπρεπε». Γιατί είναι ξάδερφος. Γιατί είναι κουμπάρος του κουμπάρου. Γιατί «θα παρεξηγηθεί η μάνα σου». Ο νονός από υποχρέωση δεν ξύπνησε ένα πρωί γεμάτος συγκίνηση λέγοντας:«θέλω να έχω πνευματική σχέση με αυτό το παιδί». Ξύπνησε λέγοντας:«πότε είπα ναι;»
Θα τον καταλάβεις από νωρίς. Στη βάπτιση φαίνεται ελαφρώς χαμένος, με βλέμμα που αναζητά έξοδο κινδύνου. Κρατάει το παιδί σαν εύθραυστο αντικείμενο Ikea χωρίς οδηγίες. Το λάδι στάζει, το κερί γέρνει επικίνδυνα κι αν το μωρό κλάψει, ο νονός από υποχρέωση παγώνει. Δε φταίει. Δεν είχε φανταστεί ότι το πακέτο περιλαμβάνει ήχο.
Το δώρο του; Κλασικό. Ένα σετ ρούχα «να τα φορέσει όταν μεγαλώσει λίγο», δηλαδή ποτέ. Το παπούτσι μισό νούμερο λάθος. Και το Πάσχα… ένα αυγό σοκολατένιο. Όχι γιατί δε θέλει, αλλά γιατί δεν ξέρει. Θα θυμηθεί να ευχηθεί χρόνια πολλά – συνήθως αφού του το θυμίσει η μάνα του παιδιού.
Και μετά έχουμε τον νονό από καρδιάς. Αυτόν που είπε «ναι» πριν καν τελειώσει η πρόταση. Που συγκινήθηκε, που είδε τον εαυτό του σε έναν ρόλο ουσιαστικό. Δε βαφτίζει για να “ξεμπερδεύει”, βαφτίζει για να δένεται. Είναι εκεί στη βάπτιση με μάτια υγρά, με κινητό γεμάτο φωτογραφίες και με περηφάνια μεγαλύτερη κι από του πατέρα (σχεδόν).
Ο νονός από καρδιάς ξέρει το όνομα του παιδιού απ’ έξω, το φωνάζει σωστά, και έχει άποψη για το ποιο ρουχαλάκι είναι «του χαρακτήρα του». Το Πάσχα εμφανίζεται με λαμπάδα που έχει θέμα, φωτάκια, μουσική και ίσως λιγότερη πρακτικότητα απ’ όση επιτρέπει ο νόμος. Αλλά το παιδί λάμπει. Κι αυτή είναι η διαφορά.
Δεν είναι τα λεφτά. Μην μπερδευόμαστε. Είναι η παρουσία. Ο νονός από καρδιάς είναι εκεί στις γιορτές, στα γενέθλια, στις δύσκολες στιγμές. Ρωτάει. Ακούει. Θυμάται. Και όταν το παιδί μεγαλώσει, δεν είναι απλώς «ο νονός», είναι άνθρωπος αναφοράς. Ένας ενήλικας που δεν είναι γονιός, αλλά νοιάζεται σαν να ήταν.
Το αστείο –και λίγο πικρό– είναι ότι πολλές φορές, οι νονοί από υποχρέωση δε φταίνε. Δεν τους ρώτησε κανείς αν ήθελαν πραγματικά. Και οι νονοί από καρδιάς… καμιά φορά δεν επιλέγονται, γιατί «τι θα πει ο κόσμος».
Και κάπως έτσι, μεγαλώνοντας, το παιδί θα ξεχωρίσει μόνο του ποιος ήταν ποιος. Δε θα θυμάται τι παπούτσια του πήρε ο νονός στη βάπτιση, ούτε αν η λαμπάδα είχε ή δεν είχε bluetooth. Θα θυμάται ποιος ήταν εκεί. Ποιος το ρώτησε «πώς πέρασες;» χωρίς βιασύνη. Ποιος άκουσε ιστορίες χωρίς να κοιτάει το ρολόι. Ποιος εμφανίστηκε όχι από τύπο, αλλά από επιθυμία.
Ο νονός από υποχρέωση συνήθως χάνεται με τα χρόνια φυσικά και ανώδυνα, όπως χάνονται τα παλιά πλαστικά παιχνίδια χωρίς μπαταρίες. Κανείς δε θυμάται πότε έφυγαν, απλώς κάποια στιγμή δεν είναι πια εκεί. Και δεν πειράζει. Γιατί δεν ήταν γραφτό να είναι.
Ο νονός από καρδιάς, όμως, μένει. Αλλάζει μορφή με τον χρόνο. Από αγκαλιά γίνεται συζήτηση. Από παραμύθι γίνεται συμβουλή. Από σοκολάτα γίνεται «πάρε με τηλέφωνο αν χρειαστείς κάτι». Και κάποια μέρα, χωρίς πολλή φασαρία, γίνεται λιμάνι.
Ίσως λοιπόν το ζήτημα δεν είναι ποιος πρέπει να βαφτίσει ποιον. Αλλά ποιος μπορεί να αγαπήσει ένα παιδί χωρίς υποχρέωση. Ποιος αντέχει να είναι παρών. Ποιος δεν φοβάται τη σχέση που δεν λύνεται με μια απόδειξη δώρου.
Γιατί οι νονοί από καρδιάς δεν υπογράφουν συμβόλαια. Παίρνουν θέση στη ζωή. Και αυτό, όσο κι αν δεν γράφεται σε προσκλητήρια βάπτισης, είναι τελικά το μόνο που έχει πραγματική σημασία.













