Η καλοσύνη ξεγλιστρά μέσα από τις πιο σκοτεινές στιγμές, εκεί που ο φόβος παγώνει την ψυχή και η ελπίδα μοιάζει να λιγοστεύει.
Τότε είναι που ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, μια κουβέντα απλή «όλα θα πάνε καλά», αποκτούν δύναμη.
Ίσως τελικά η καλοσύνη να είναι η μόνη σταθερά που μας κρατά ανθρώπινους, ειδικά όταν γύρω όλα δείχνουν να λυγίζουν.
Ποτέ δε μου άρεσαν τα νοσοκομεία.
Ίσως γιατί τα έχω συνδέσει -όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι- με άσχημα γεγονότα.
Αρρώστιες, ατυχήματα, θανάτους.
Δε θα μπορούσα ποτέ να γίνω γιατρός ή νοσηλευτής. Είναι τεράστια ευθύνη να κρατάς τη ζωή κάποιου στα χέρια σου κι είναι κάτι το οποίο γνωρίζω ότι δεν μπορώ να διαχειριστώ σαν άνθρωπος.
Δένομαι πολύ συναισθηματικά με τον κόσμο που συναναστρέφομαι κι αυτό το επάγγελμα απαιτεί μία -κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα- ψυχρότητα προσωπικής, συναισθηματικής προστασίας θα έλεγα, που δεν την έχει ούτε το πιο μικρό κοκαλάκι μου.
Τρέφω, όμως, έναν τεράστιο θαυμασμό και σεβασμό για τους ανθρώπους που το κάνουν. Που βάζουν κάθε μέρα τους ασθενείς τους πάνω από όλους κι όλα.
Αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο έχει γίνει το σύστημα υγείας όχι μόνο για τους ασθενείς αλλά και για τους ίδιους τους γιατρούς και νοσηλευτές που το στελεχώνουν.
Νιώθω την κοινωνία τεντωμένη από εκατό μεριές και φοβάμαι για το τι θα συμβεί όταν το σκοινί κάποια στιγμή σπάσει.
Έχω βρεθεί σε νοσοκομεία ελάχιστες φορές, κυρίως σαν επισκέπτης. Πρόσφατα χρειάστηκε να πάω ως συνοδός.
Έκανα κανένα διήμερο να συνέλθω κι από τη σωματική αλλά κι από την ψυχική κούραση. Το άγχος, βλέπετε, σου ρουφάει το μεδούλι κι ενώ μπορεί απλά να κάθεσαι σε μία καρέκλα, στο τέλος της ημέρας νιώθεις σωματικά και συναισθηματικά εξαντλημένος. Σαν κάποιος απλά να σου πήρε όλη την ενέργεια.
Ο συνοδός είναι σε μία μόνιμη αναμονή. Κι ενώ φυσικά δε συγκρίνεται με την ψυχοσωματική κατάσταση ενός ανθρώπου που νοσηλεύεται για τον χ-ψ λόγο, δεν παύει να κουβαλάει ένα τεράστιο ψυχικό φορτίο κι αγωνία.
Μπορεί να μην είμαστε όλοι control freaks, αλλά το να αφήνεις τον έλεγχο της ζωής σου ή της ζωής κάποιου που αγαπάς στα χέρια κάποιου άλλου, σε διαλύει.
Είσαι ανήμπορος να βοηθήσεις και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μένεις εκεί και να ελπίζεις.
Να στέκεσαι δίπλα στον άνθρωπό σου, να δίνεις δύναμη και μέσα σου να προσπαθείς να μη λυγίσεις.
Νιώθεις ότι δεν έχεις δικαίωμα να σπάσεις, όταν κάποιος άλλος περνάει έναν γολγοθά και το τελευταίο που χρειάζεται είναι να σε βλέπει να καταρρέεις.
Από την άλλη, σαν ασθενής, προσπαθείς να δείξεις θάρρος και δύναμη. Κρατιέσαι και γι’ αυτούς αλλά και για σένα. Έχεις κάθε δικαίωμα να το λυγίσεις. Στην τελική κάπως πρέπει να ξεσπάσεις. Ακόμα κι οι βράχοι με τον καιρό φθείρονται, όσο τους χτυπάνε τα κύματα.
Είναι μία άτιμη, συναισθηματική τραμπάλα που προσπαθείς να κρατήσεις στον αέρα, με νύχια και με δόντια. Αν χτυπήσεις έδαφος, κάηκες.
Κι ενώ ο χρόνος περνάει με ταχύτητα σαλιγκαριού, νομίζεις ότι η αναμονή θα σε σκοτώσει στο τέλος. Ακόμα και το πιο απλό χειρουργείο, ξέρεις μέσα σου ότι μπορεί να βγάλει μία επιπλοκή, έναν απρόβλεπτο παράγοντα κι εσύ μετράς τα δέκατα των δευτερολέπτων μέχρι να ξαναδείς τον άνθρωπό σου δίπλα σου, υγιή και ζωντανό.
Εκείνες, λοιπόν, τις ώρες της αναμονής, συμβαίνει κάτι μαγικό. Άνθρωποι άγνωστοι, που δεν είδες και μπορεί να μην ξαναδείς ποτέ, γίνονται ένα στήριγμα, μια παρηγοριά.
Μοιράζονται μαζί σου την αγωνία για τους δικούς τους, τη δική τους εμπειρία, σου συμπαραστέκονται κι αντίστοιχα κάνεις κι εσύ το ίδιο. Σαν να ήξερε το σύμπαν ότι χρειάζεσαι κάπου να μιλήσεις, κάποιον που να καταλαβαίνει ακριβώς τι περνάς και τι έχεις ανάγκη.
Μία μικρή κοινωνία δημιουργείται, που ούτε καν φανταζόσουν και σας ενώνει κάτι πολύ κοινό. Μοιράζεσαι και τη δική τους αγωνία. Κοιτάς να μάθεις αν και για αυτούς πάνε όλα καλά.
Προσφέρεσαι να βοηθήσεις όπου μπορείς. Να φέρεις έναν καφέ ή λίγο φαγητό, να έχεις τον νου σου και στον δικό τους άνθρωπο για να ξεκουραστούν λίγο.
Μπορεί πραγματικά να είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, οποιασδήποτε ηλικίας, εθνικότητας, πεποιθήσεων. Εκεί πραγματικά καταλαβαίνεις ότι είμαστε όλοι ίδιοι, όλοι ίσοι. Μπροστά στην αγάπη, το φόβο, τη ζωή και τον θάνατο καταρρίπτονται όλα τα στερεότυπα. Δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτά.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, έξω από τους τοίχους ενός νοσοκομείου, μπορεί να μην έδινες σημασία. Να προσπερνούσες. Να έλεγες «δεν είναι δική μου δουλειά».
Κι όμως είναι. Πολύ μεγάλη μάστιγα της κοινωνίας ν‘ αγνοείς τον κόσμο γύρω σου που υποφέρει!
Αλλά ας μην είμαστε απαισιόδοξοι.
Στις πιο σκοτεινές μέρες, η καλοσύνη βρίσκει τρόπο.
Γίνεται μία αγκαλιά. Ένα χαμόγελο, λόγια παρηγοριάς, μία ευχή, μία προσευχή.
Σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα που έχουν πραγματική αξία.
Γιατί όμως, ρε γαμώτο, πρέπει κάθε φορά να φτάνουμε στην άκρη του νήματος για να το παίρνουμε χαμπάρι;













