Γιατί όταν πάμε ένα ταξίδι πέντε μέρες, τα βρακιά πρέπει να είναι πάντα τριπλάσια του κανονικού;
Ποιος έχει βάλει πια αυτόν τον κανόνα;
Λες να φταίνε οι παλιοί που σου έλεγαν: «Βάλε καλό βρακί μην πάθεις τίποτα και πας στο νοσοκομείο και τότε…τι θα πει ο κόσμος;»
Ακόμα δεν έχω βρει γιατρό να έχει πει «Αχ καλέ! Χάλια αυτό που φοράει! Δεν τον σώζω τον άνθρωπο!»
Τέλος πάντων, δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ σε κάθε ταξίδι κάτι πρέπει να ξεχάσω. Μα ένα παντελόνι,μα θα πάρω μια κάλτσα μόνη κι έρημη σαν την καλαμιά στον κάμπο! Σε προηγούμενο ταξίδι ξέχασα να πάρω το φαγητό για τη διαδρομή!
Πού πας, μανδάμ, χωρίς το ανάλογο μπισκοτάκι;
Πώς θα τραγουδάς στο αμάξι «κι όταν βλέπω αεροπλάνο μου ‘ρχεται να σου την κάνω» σαν άλλη Κουντουρατου και να πνίγεσαι με το γεμιστό;
Στο ίδιο ταξίδι είχα ξεχάσει και το βιβλιάριο του σκυλιού! Θα με σταμάταγαν στο πλοίο και θα τους έλεγα «Μα την Παναγία, κύριε ναυτικέ μου, είναι εμβολιασμένο, σας το ορκίζομαι!»
Είναι ωραία όμως τα ταξίδια!Ειδικά αν έχεις και λίγη φαντασία! Βρίσκεις τι σχέδια κάνουν τα σύννεφα στον δρόμο (passenger princess)! Ένας ελέφαντας, μια χελώνα που παλεύει μ’ έναν δράκο, ένα αρκουδάκι που κρατάει σπαθί –ναι, εγώ τα βλέπω!
Κάτι σαν να έχεις πάρει LSD αλλά χωρίς να σε κυνηγάνε!
Μετά γνωρίζεις κι ένα κάρο κόσμο! Όταν έχεις σκυλί, θα έρθει κάθε καρυδιάς καρύδι να σου πει την αποψούλα του! Εκεί εξασκείς το βλέμμα της νυσταγμένης αγελάδας (που πολύ που χέστηκε για τη μαλακία σου) και δε θα σε αφήσει να βγάλεις πάνω της τον κομπλεξισμό σου.
Υπάρχουν, όμως, κι όμορφοι άνθρωποι που σου λένε την ιστορία της ζωής τους ή σου μιλάνε για τον μεγάλο έρωτά τους, σαν να σε ξέρουν χρόνια. Άνθρωποι που πιθανότατα δε θα τους δεις ποτέ ξανά, αλλά για τρεις ώρες μοιράζεσαι μαζί τους ένα ταξίδι, διπλανές θέσεις σ’ ένα καράβι και συναισθήματα.
Ίσως τα ταξίδια είναι μια μικρογραφία της ζωής.
Δεν ξέρεις τι σε περιμένει…
Προσπαθείς να είσαι προετοιμασμένος όσο καλύτερα γίνεται κι εκεί που λες «είμαι εντάξει έχω πάρει είκοσι βρακιά», ξαφνικά σου σκάει το λάστιχο στην Εθνική και βρίσκεσαι να κάνεις τον Μπομπ τον μάστορα, προσπαθώντας να προλάβεις να μην χάσεις το πλοίο. Να μην γλιστρήσει η ζωή μέσα από τα χέρια σου!
Είναι γαμάτοι οι άνθρωποι αυτοί που, ενώ δεν είχαν αλλάξει ποτέ λάστιχο στη ζωή τους, είπαν θα το κάνω. Φορτώθηκαν τη ρεζέρβα, άρχισαν να σφίγγουν, να ξεσφίγγουν και τελικά αφού πάλεψαν, έφτασαν στο πλοίο. Όχι, δεν είχαν παραπάνω δύναμη, αλλά είχαν ψυχή και θέληση.
Δεν επέτρεψαν σε καμία αναποδιά να καθορίσει τη συνέχειά τους.
Ίσως τελικά να πρέπει να ζούμε με την ίδια λαχτάρα που έχουμε για ένα ταξίδι.
Έναν σκοπό θέλουμε, για να μην το βάλουμε κάτω. Μόνο έτσι έχει νόημα η προσπάθεια κι η διαδρομή.
Έπειτα είναι και οι άνθρωποι…
Κάποιος που θα δεις στο φανάρι και θα γουστάρει τη μουσική που έχεις βάλει.
Ένας στην Κακιά Σκάλα που θα σε προσπεράσει και θα του σούρεις ό,τι θυμάσαι από αρχαία και νέα ελληνικά!
Κι έπειτα ειίναι κι αυτοί που θα ανοίξεις μια κουβέντα για την ανθρώπινη ύπαρξη, τα ψυχικά τραύματα και θα συμφωνήσετε πως όποιος πάει σε μαγαζί πέντε λεπτά πριν κλείσει, είναι τριμαλάκας.
Σκέψου όλους αυτούς σαν τους ανθρώπους που περνάνε απ‘ τη ζωή μας. Ζούμε κάποιες όμορφες ή κακές στιγμές, κρατάμε την εμπειρία, το συναίσθημα κι ύστερα χανόμαστε για να συνεχίσουμε το δικό μας ταξίδι.
Για το τέλος, άφησα τους ανθρώπους που κάνεις μαζί τους όλον τον δρόμο. Είναι εκεί για να σε κοροϊδέψουν όταν βλέπεις τον μονόκερο στον ουρανό, να σε συγκρατήσουν από το να κουτουλήσεις τον μπάρμπα στο πλοίο που ήρθε να σου πει ότι δεν πρέπει να έχεις κυνηγόσκυλο κι ύστερα να πιάσουν μαζί σου λιμάνι λέγοντας «τα καταφέραμε».
Η ζωή είναι όντως ένα ταξίδι, το έχουν πει πολλοί πριν από μένα
Αναρωτιέμαι, όμως… Τη ζούμε όλοι μας έτσι;













