Τίναξε λίγο τα μαλλιά της που ακόμα είχαν σκόρπιες χιονονιφάδες και τα έπιασε όπως-όπως έναν σφιχτό κότσο στην κορφή του κεφαλιού της.
Αν και μόλις 29 ετών, οι πρώτες λευκές τρίχες είχαν ήδη ξεπροβάλει. Η βάρδιά της μόλις είχε ξεκινήσει.
«Τι λέει; Τι κάνουν τα γεροντάκια μου;» ρώτησε τους συναδέρφους που σε λίγο σχολούσαν.
Αφού μίλησαν αναλυτικά για τα ιατρικά των τροφίμων πέρασαν και στα καθιερωμένα πιπεράτα περιστατικά της ημέρας.
«Το highlight σήμερα ήταν η κυρία Αμαλία. Δεν έβρισκε τον μπερέ της. Κάποιος της τον πήρε, λέει. Κοιτάξαμε λίγο στα δωμάτια αλλά δεν βρήκαμε κάτι. Ήταν τόσο αναστατωμένη που της κάναμε ηρεμιστική».
Η κύρια Αμαλία κι ο μπερές της πήγαιναν πακέτο. Ακόμα και με τις πιζάμες της τον φορούσε. Ήταν γι’ αυτήν σαν τις κουβερτούλες που σέρνουν τα μωρά όπου πάνε για να νιώθουν ασφάλεια.
Η Βούλα έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Έμπαινε στα δωμάτια και με δυνατή και καθαρή φωνή χαιρετούσε τα γεροντάκια της. Εκείνα με τη σειρά τους πάντα της χαμογελούσαν. Ακόμα και οι βαριά ασθενείς ανταποκρίνονταν όπως μπορούσαν. Μπορεί αυτή η δουλειά να μην ήταν το όνειρό της, αλλά την έκανε καλά. Είχε ταλέντο να φροντίζει. Φρόντιζε τη μαμά της, φρόντιζε το σπίτι της, φρόντιζε τα αδέσποτα στην γειτονιά.
Στεκόταν τώρα έξω από το δωμάτιο δώδεκα.
«Γεια σου μοντέλο μου. Πώς είσαι σήμερα; Μα… Μα τι είναι αυτά; Γιατί κλαις, καλή μου;» είπε και πήρε το χέρι της μέσα στα δικά της.
«Μπορείς να βάλεις ένα άλλο καπέλο. Να! Στην ντουλάπα σου έχω δει ότι κρατάς κι άλλα καπέλα».
«Δεν καταλαβαίνεις…»
Η Βούλα μπήκε στον πειρασμό να ρωτήσει, αλλά δεν το έκανε.
«Εντάξει. Θα τον βρω και θα στον φέρω. Μην ανησυχείς».
Βγήκε απ το δωμάτιο και συνέχισε τη δουλειά της. Καθώς μπαινόβγαινε στα δωμάτια, έριχνε και μια ματιά για τον μπερέ. Τίποτα.
Είχε πάει 20:00 και είχε ακόμα μία ώρα για να σχολάσει. Η φροντίδα των ηλικιωμένων είχε μόλις τελειώσει και η ώρα της κατάκλισης πλησίαζε. Αποφάσισε να ξαναπάει στο δώδεκα. Την βρήκε πάλι να κλαίει. Της μίλησε αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε.
«Αν δεν τον βρω θα πάω στο καπελάδικο του κυρ’ Αντρέα και θα σου αγοράσω έναν ολόιδιο. Στο υπόσχομαι».
Η κυρία Αμαλία κοιτούσε το χιονισμένο πλακόστρωτο της παλιάς πόλης της Ξάνθης και τα μάτια της γυάλιζαν.
«Δε θα είναι ποτέ το ίδιο. Με διακόσιες δραχμές στον κόρφο μου, τα ρούχα που φορούσα κι αυτόν τον μπερέ ξεκίνησα τη ζωή μου. Η μάνα μου τότε ήθελε να με παντρέψει με έναν στρατιωτικό. Χήρο. Είκοσι χρονών εγώ, 45 αυτός και με δυο παιδιά. Ήταν συνάδερφος του πατέρα μου και προοριζόταν να πάρει τον βαθμό του Συνταγματάρχη σύντομα. Εγώ όμως είχα άλλα όνειρα. Να είμαι ανεξάρτητη. Κι αυτό στο σπίτι ενός στρατιωτικού που υπηρέτησε την πατρίδα με δόξα και τιμή ήταν απαγορευμένη λέξη.
Είχα βγάλει το γυμνάσιο τότε και προσπαθούσα να πείσω τους γονείς μου να συνεχίσω τις σπουδές μου. Μάταια. Τότε ξεκίνησα να κάνω μαθήματα σε παιδάκια κρυφά. Για ένα χρόνο μάζευα χρήματα. Κι όταν ήρθε η ώρα του λογοδοσήματος πήρα το πρώτο τρένο που βρήκα μπροστά μου και βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Και τα κατάφερα. Σπούδαζα και δούλευα. Μετά διορίστηκα εδώ. Αυτός ο μπερές για μένα…».
Δεν μπορούσε να πει άλλα.
«Προσπάθησε να ηρεμήσεις καλή μου» της είπε κι έφυγε.
Η κυρία Μαρία η καθαρίστρια μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά της και έσερνε πίσω της μια γεμάτη μαύρη σακούλα με σκουπίδια που είχε μαζέψει απ’ τα δωμάτια.
«Μια στιγμή! Αυτό θα το χρειαστώ» της είπε και πήρε την σακούλα. Άδειασε το περιεχόμενό της στο πάτωμα και βάλθηκε να ψάχνει. Τότε είδε ένα μαύρο πράγμα καλυμμένο με υπολείμματα γιαουρτιού.
Η Βούλα έβαλε τον μπερέ σε μια σακούλα και έφυγε για το σπίτι της. Θα της τον έδινε σαν καινούργιο το πρωί. Στάθηκε για λίγο έξω από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς της κι οραματίστηκε πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε κι αυτή έναν μπερέ.
Πρωί-πρωί ξεκίνησε για το γηροκομείο, αν και είχε το ρεπό της. Στάθηκε μπροστά από το δωμάτιο δώδεκα.
Δεν πρόλαβε.
Καρδιά.
Με προσοχή έβγαλε τον μπερέ από την σακούλα και τον άφησε στα χέρια της που ήταν τώρα παγωμένα.
«Τον βρήκα, γλυκιά μου».
Με μάτια βουρκωμένα κατευθύνθηκε στο γραφείο προσωπικού.
Είχε βρει και κάτι ακόμα.
Είχε βρει τη Βούλα.













