Φαντάζομαι έχετε ακούσει πολλές φορές τις φράσεις τύπου «να βουτάς την γλώσσα σου στον εγκέφαλο πριν μιλήσεις» ή «όταν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο, έχε υπ’ όψιν τα άλλα τρία που δείχνουν εσένα» κλπ.
Τέτοιες φράσεις τις ακούμε συχνά, αλλά δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο κατανοούμε τη βαρύτητά τους.
Σκεφτείτε λίγο πόσο εύκολα ασκούμε κριτική σήμερα στους πάντες και στα πάντα. Πολλές φορές κιόλας, με την κάλυψη και τη σχετική ανωνυμία που μας δίνει ένα πληκτρολόγιο και μία οθόνη. Χωρίς πλήρη επίγνωση ούτε της κατάστασης που κριτικάρουμε, ούτε των ατόμων τα οποία εμπλέκονται.
Τι είναι όμως αυτό που μας δίνει την ώθηση να τεντώνουμε τα δάχτυλα και να κάνουμε Caps Lock επίθεση;
Υπάρχει μία σχετική ασφάλεια όταν έχεις την προστασία μιας οθόνης. Ναι μεν μπορεί να γράφεις με το πραγματικό σου όνομα, αλλά ο διαδικτυακός κόσμος θα δει μόνο αυτά που του πλασάρεις. Τα δικά σου “άπλυτα” δεν τα ξέρει κανείς και για αυτό δεν μπορεί να τα κατακρίνει. Η αλήθεια είναι ότι κατά βάθος όλοι ξέρουμε τις “τσατσιές” μας. Και κατά μήκος και κατά πλάτος, μη σας πω.
Όταν, λοιπόν, θεωρείς την εικόνα σου ηθικά ακλόνητη γιατί ο κόσμος ξέρει αυτά που επιλέγεις να δείξεις, πολύ εύκολα βάζεις το καπελάκι του δικαστή κι αρχίζεις να μοιράζεις καταδίκες στους υπόλοιπους που έβγαλαν ή τους έβγαλαν τα –κατά τη δική σου άποψη- άπλυτα στη φόρα.
Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε πολλές φορές, είναι η χειραγώγηση που ασκούν τα μέσα πάνω μας. Και το διαδίκτυο είναι πλέον ένα μεγάλο μέσο χειραγώγησης του κόσμου. Όταν δε, βγαίνουν όλοι και λέει ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του για ένα θέμα, εκεί η κατάσταση γίνεται ένα ατελείωτο κουβάρι παραπληροφόρησης.
Και κάπου η αλήθεια χάνεται μέσα σ‘ αυτό το κουβάρι. Ξεχνιέται και χάνεται η ουσία μιας κατάστασης επειδή επικρατεί μία μάχη κι όλοι τρώνε από κάτω pop corn περιμένοντας να δουν ποιος θα χάσει. Σαν μονομαχίες στο Κολοσσαίο ένα πράγμα. Are you not entertained?
Τι μας ωθεί όμως να ασκούμε κριτική; Κοινωνικά κατάλοιπα από περασμένους αιώνες;
Έχουν γίνει πια τόσο μίζερες οι ζωές μας που θέλουμε να ρίχνουμε και τους γύρω μας, το κλασικό “να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα”;
Είναι που δεν τα έχουμε βρει με τους εαυτούς μας και μας τη δίνει που κάποιοι δεν κολλάνε στους ηθικούς φραγμούς που έχουμε εμείς;
Πραγματικά δεν ξέρω.
Όταν κάνω τέτοιους συλλογισμούς, πάντα μου έρχονται τα μαθήματα έκθεσης του σχολείου στο μυαλό. Συγκεκριμένα το πόσο σημαντική είναι η κριτική σκέψη. Να μελετάς το ίδιο γεγονός από διαφορετικές πηγές κι οπτικές γωνίες. Να διασταυρώνεις τα γεγονότα, να συλλέγεις επιχειρήματα και μετά να διαμορφώνεις τη δική σου άποψη.
Δεν είναι πάντα εύκολο και δεν το παίζω αγία. Έχω κριτικάρει κόσμο κι ακόμα το κάνω. Συνήθως κρατάω τη σκέψη αυτή στο μυαλό μου, μετά το ξανασκέφτομαι και λέω πως ίσως είμαι λίγο κακιά, ίσως βιάστηκα να κρίνω.
Τώρα, αν η άλλη πλευρά με τη στάση και τις πράξεις της, βγάλει αληθινή την αρχική μου άποψη, είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα και εκεί θα επικαλεστώ την ατάκα «Δεν είμαι εγώ κακιά, οι άλλοι είναι ηλίθιοι».
Πριν όμως δείξουμε με το δάχτυλο, πρέπει να σκεφτόμαστε πως εκεί που δείχνουμε υπάρχει ένας άνθρωπος. Μία ζωή με μία ιστορία που δεν γνωρίζουμε καθόλου ή ξέρουμε ένα πολύ μικρό τμήμα της. Κι όπως κι εμείς, έτσι κι αυτό το άτομο έχει αισθήματα και προσπαθεί να προστατέψει την ιδιωτικότητά του.
Πρέπει πραγματικά να βουτάμε τη γλώσσα στον εγκέφαλο πριν ξεγυμνώσουμε έναν άνθρωπο και τον πετάξουμε στους λύκους να τον κατασπαράξουν. Όλοι ξέρουμε ένα ή και περισσότερα άτομα που εκτέθηκαν ή τους εξέθεσαν με κάποιον τρόπο και για κάποιο λόγο κι ήταν όλοι έτοιμοι από κάτω να τον κάψουν στη πυρά.
Δοκιμάστε να μπείτε στη θέση του.
Εσείς τι θα κάνατε;
Εσείς τι θα νιώθατε;













