Όλοι το έχουμε πάθει. Ακούς ένα τραγούδι τελείως ανυποψίαστος -ίσως ενώ πλένεις πιάτα, ίσως να περπατάς στο δρόμο ή να είσαι κολλημένος στο Κηφισό οχτώ το πρωί- και ξαφνικά: ανατριχίλα. Σηκώνεται η τρίχα στο χέρι, η ραχοκοκαλιά σου ξεκολλάει από το κορμί και μοιάζει με ξυλόφωνο έτοιμο να σολάρει και για λίγα δευτερόλεπτα έχεις την αίσθηση οτι αυτό το τραγούδι σε ξέρει προσωπικά.
Σαν να σου ψιθύρισε : «Έλα, για σένα γράφτηκα».
Δε σημαίνει πως είσαι υπερβολικά ευσυγκίνητος, ούτε ότι το τραγούδι που ακούς είναι αριστούργημα. Σημαίνει απλώς οτι ο εγκέφαλός σου μόλις έκανε ένα νευροχημικό πάρτι και σε προσκάλεσε λίγο πριν το λήξει.
Και φυσικά αυτό το φαινόμενο έχει όνομα και φυσικά είμαι εδώ για να στο αναλύσω.
Η επιστήμη το έχει ονομάσει: frisson και εμείς το ονομάσαμε: «φιλαράκι, αυτό το σημείο με διαλύει». Πρόκειται λοιπόν για μια στιγμιαία, αλλά έντονη σωματική αντίδραση στη μουσική, που ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου σχετικές με την απόλαυση, την προσδοκία και -γιατί όχι- το δράμα. Ο εγκέφαλός μας αντιδρά σαν να συνέβη μόλις κάτι πολύ σημαντικό, ενώ στην πραγματικότητα απλώς μπήκε το ρεφρέν σε άλλο τόνο.
Και εδώ έρχεται το μεγάλο και πρώτο μυστικό: ο εγκέφαλος λατρεύει να προβλέπει. Κατά την ακρόαση της μουσικής ο εγκέφαλος δεν περιμένει παθητικά να δει τι θα συμβεί. Ασυναίσθητα προσπαθεί να μαντέψει την επόμενη νότα ακόμα και την επόμενη λέξη.
Αν, λοιπόν, η μαντεψιά μας βγει σωστή, ο εγκέφαλος ικανοποιείται και νιώθει ωραία. Αν όμως η μουσική κάνει την ανατροπή και μας εκπλήξει χωρίς να μας τρομάξει, τότε ο εγκέφαλος ενθουσιάζεται ακόμα περισσότερο γιατί λατρεύει τους αιφνιδιασμούς. Είναι σαν να μας λέει «Μεγάλε τη μπαλίτσα έπαιξες εδώ; Ωραίος.».
Και εδώ απελευθερώνεται η ωραιοτέρα και πρεσβυτέρα των ορμονών- η ντοπαμίνη. Η κυρία ντοπαμίνη είναι αυτή που συνδέεται με την απόλαυση, την ανταμοιβή και εκείνο το μικρό χαμόγελο κάνουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Η ανατριχίλα με λίγα λόγια, είναι το χειροκρότημα του νευρικού μας συστήματος προς τον εγκέφαλό μας, για το πόσο εξαιρετικός είναι.
Φυσικά, δεν αρκεί μόνο η μουσική δομή για να μας προκληθεί ανατριχίλα, αλλιώς όλοι θα ανατριχιάζαμε με τα ίδια τραγούδια -και ευτυχώς αυτό δε συμβαίνει, γιατί μεταξύ μας, θα ήταν εντελώς βαρετό και προβλέψιμο και κοινωνικά επικίνδυνο.
Η μνήμη είναι η δεσποινίς που βάζει το χεράκι της για να γίνει ακόμα πιο έντονο αυτό το φαινόμενο. Ένα τραγούδι που συνοδεύει μέσα μας μια συγκεκριμένη στιγμή τείνει να μας την υπενθυμίζει κάθε φορά που το ακούμε και μάλιστα ο εγκέφαλος παύει να λέει «α, μουσική». Λέει «α, αυτό». Και μαζί με τον ήχο, επιστρέφει και το συναίσθημα. Η ανατριχίλα, τότε, δεν είναι μόνο μουσική — είναι ανάμνηση που βρήκε τρόπο να μιλήσει.
Υπάρχουν και άνθρωποι που ανατριχιάζουν πιο συχνά από άλλους. Όχι γιατί είναι «ευαίσθητοι» με την κακή έννοια, αλλά γιατί επιτρέπουν στον εαυτό τους να βυθίζεται πιο εύκολα στην εμπειρία. Έρευνες δείχνουν ότι άτομα με μεγαλύτερη φαντασία ή συναισθηματική ανοιχτότητα βιώνουν συχνότερα το frisson. Με απλά λόγια: κάποιοι αφήνουν τη μουσική να τους πάρει λίγο παραπάνω απ’ το χέρι.
Και κάπου εδώ αξίζει να πούμε και κάτι σημαντικό. Η ανατριχίλα δεν είναι σε καμία περίπτωση ένδειξη καλού γούστου, είναι ένδειξη βαθιάς σύνδεσης. Μπορεί να σου την προκαλέσει μια σονάτα ή ένα ορχηστρικό έργο , ένα λαϊκό τραγούδι μέχρι και η τραπ ή ακόμα και κάτι που ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι αγαπάς. Ο εγκέφαλος δεν έχει playlist με «ποιοτικά». Έχει μόνο εμπειρίες.
Ίσως τελική η ανατριχίλα να είναι η υπενθύμιση πως η μουσική δεν είναι διακόσμηση ούτε μια υπόκρουση που απλώς συνοδεύει μέσα στη μέρα μας. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνεί το σώμα και να εκφράζεται μέσα από κάτι που δεν χρειάζεται λέξεις.
Μια στιγμή όπου ο εγκέφαλος, η μνήμη και το συναίσθημα συγχρονίζονται -και για λίγα δευτερόλεπτα, όλα μπαίνουν στον ίδιο ρυθμό.
Και αν ένα τραγούδι καταφέρει να το κάνει αυτό;
Ας σηκωθεί η τρίχα. Το αξίζει.













