Ήταν μια εποχή που οι Κυριακές μύριζαν μακαρόνια με κιμά και όχι burnout. Το τηλέφωνο είχε καλώδιο, τα ραντεβού καθυστερούσαν δέκα λεπτά χωρίς πανικό, και το πιο “social” που είχαμε ήταν η καφετέρια της γειτονιάς. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε κασέτες, ICQ και MSN nicks με στίχους Evanescence, μεγαλώσαμε εμείς· οι millennials. Η γενιά που πρόλαβε να ζήσει χωρίς Wi-Fi, να μεγαλώσει με αυτό, και να κουραστεί απ’ αυτό. Και τώρα, στα 30 και κάτι, αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να χρειαζόμαστε “digital detox” για κάτι που κάποτε ήταν απλώς… η ζωή μας.
“Remember those times when we used to know how to live offline?”
Αυτή ήταν η ατάκα που έπεσε στο τραπέζι σε κουβέντα μιας multi-culti/ international παρέας πριν μερικά χρόνια.
Έτσι μεγαλώσαμε ως millennials. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, είμαστε επίσημα η τελευταία γενιά που έζησε στο μεταίχμιο της αναλογικής με την ψηφιακή εποχή.
First things first όμως· ποιοι είναι οι millennials;
Σε αυτή τη γενιά, ανήκουμε όλα εμείς τα πλάσματα που έχουμε γεννηθεί μεταξύ 1981 και 1996. Ορίζεται ως Gen (από την αγγλική λέξη generation) Y [ένα “why” ολάκερη η ενήλικη ζωή μας, οπότε κι αυτό το όνομα μάλλον μας ταιριάζει] καθώς είμαστε ανάμεσα στην προηγούμενη από εμάς Gen X (πάνω-κάτω η γενιά των γονιών μας) και την αμέσως επόμενη από εμάς Gen Z (γνωστή και ως Zoomers, λόγω της ανάδειξης και της έντονα διαδεδομένης χρήσης της πλατφόρμας Zoom με την ομαδική βιντεοκλήση ως βασικό της χαρακτηριστικό, τόσο για εκπαιδευτικούς όσο και επαγγελματικούς λόγους).
Οι millennials, που λες, ξέραμε πώς να ζήσουμε την καθημερινότητα χωρίς Ίντερνετ. Χωρίς κινητό. Χωρίς εκατοντάδες ειδοποιήσεις. Χωρίς να μας βρίσκουν παντού κι από παντού ανά πάσα ώρα και στιγμή. Γιατί; Μα γιατί μεγαλώσαμε με λιγότερη έως καθόλου έκθεση σε οθόνες, διαδίκτυο και κινητή τηλεφωνία.
Fast forward στο σήμερα, με την πλειονότητα ημών στα 30s ή early 40s μας, ως ώριμοι ενήλικες της σύγχρονης εποχής, εργαζόμενοι, (ίσως) επιτυχημένοι κι ευτυχισμένοι, και παράλληλα εξαντλημένοι έως burnt-out από την κάθε κρίση που έχουμε βιώσει στην περιβόητη adult life, να χρειαζόμαστε life coaches, mentors, specialists και influencers, να μας δείξουν το δρόμο προς το ευ ζην, την ψηφιακή αποτοξίνωση (digital detox) με μαθήματα, σεμινάρια και retreats on how-to-go-offline-disconnect-from-the-world-and-reconnect-to-yourself.
Αγνές οι προθέσεις, δε λέω· the road (not to hell) might actually be paved with good intentions. But still, είναι οριακά ειρωνικό που μια γενιά ως επί το πλείστον mentally & financially drained (ξεζουμισμένοι θα το λέγαμε ελληνιστί – αποκαμωμένοι αν το θες πιο λόγιο) έχουμε φτάσει πια στο [θλιβερό;] σημείο να πρέπει να πληρώσουμε κάποιο fancy coach ή/και να παραστούμε σε κάποιο σχετικό event για να μας πουν πώς είναι η ζωή offline! 😱
Ουσιαστικά δηλαδή να μας θυμίσει την αξία της (offline) ζωής που γνωρίσαμε από τη πρώτη στιγμή που ήρθαμε σ’αυτό τον κόσμο.
See the irony? Σε εμάς! Την γενιά των millennials… που μεγαλώσαμε χωρίς Ίντερνετ και κινητά, αλλά ως ενήλικες ζούμε online σχεδόν 24/7. Συνεπώς, ή θα ανακαλέσουμε στη μνήμη μας πώς ζούσαμε τότε ή θα χρειαζόμαστε σταθερά κάποιον άλλο να μας θυμίζει (ίσως και με το αζημίωτο) αυτό που πρώτοι εμείς (έπρεπε να) ξέρουμε και – ιδανικά – να θυμόμαστε σταθερά πόσο ωφέλιμο ήταν και παραμένει για μας.
Να τονίσω κάπου εδώ πως είμαι υπέρμαχος του ευ ζην, και έχω δοκιμάσει πολλά από όσα προανέφερα. Επιπλέον, δε είμαι εδώ για να αφορίσω επαγγελματίες που αγαπούν το λειτούργημα τους αλλά και τον άνθρωπο.
Να σημειωθεί, βεβαίως, ότι η υποφαινόμενη και υπογράφουσα millennial αυτού εδώ του κειμένου, είναι μπροστάρισσα σε ψυχοθεραπεία, διαλογισμό, πιλάτες και γιόγκα. Όλα τους χρήσιμα και για ευ ζην και για επανασύνδεση με το σώμα και το πνεύμα μας.
Δεν είμαι εδώ, λοιπόν, για να τα κατακρίνω ως μέσα, ως εργαλεία για καλύτερη ποιότητα ζωής. Οφείλω όμως να υπενθυμίσω ότι, όπως μια μάσκα προσώπου δεν κάνει θαύματα στο δέρμα χωρίς βελτίωση διατροφής, ενυδάτωσης και διακοπής καπνίσματος, αντίστοιχα μια συνεδρία γιόγκα χωρίς συστηματική φροντίδα και ξεκούραση σώματος και πνεύματος, θα ωφελήσει στιγμιαία αλλά όχι μακροπρόθεσμα.
Τι μένει ή τι μπορούμε να κάνουμε όμως;
Να σκαλίσουμε τις αναμνήσεις και τα βιώματά μας, ίσως ακόμα και τα άλμπουμ, τα βιβλία και τις κασέτες μας, μέχρι να θυμηθούμε όλα εκείνα τα μικρά καθημερινά που μας έδιναν χαρά, χαμόγελο, γαλήνη κι ευτυχία.
Ένα cd ή μια κασέτα στο αντίστοιχο player.
Ένα σταυρόλεξο αντί για παιχνίδι στο κινητό.
Κόμικς ή βιβλία αντί για audio books ή podcasts.
Ένας περίπατος ή game night αντί για σερί σειρών ή ταινιών σε γνωστές πλατφόρμες.
Όχι, ας μην αποκλείει το ένα το άλλο· απλώς ας εναλλάσσονται.
Έλα τώρα, αφού την ξέρουμε καλά την εναλλαγή online/offline φάσης. Είπαμε, είμαστε η γενιά του «μάνα, κλείσε λίγο το τηλέφωνο, πρέπει να μπω στο ίντερνετ», αλλά και του «μετά το σινεμά θα πάμε goody’s· μείνε ήσυχος, στις 22.00 το πολύ θα’μαι πίσω» κι όλο αυτό χωρίς κινητά.
Αυτό το on/off αν εφαρμόζουμε πιο συνειδητά, ίσως καταφέρουμε σταδιακά να γίνουμε οι life coaches ή (ακόμα καλύτερα) the healers of our own selves.
Hashtag: Food for thought, kind reminder και τα συναφή. 😜
Until next time.
Υ.Γ. Μετά την ψηφιακή ανάγνωση, άσε το scrolling και βγάλε βόλτα το σκύλο. Ή πήγαινε για μπίρα. Ή γιατί όχι και τα δύο.
Ακόμα εδώ είσαι;
Έφυγες! Byeee! 😅













