Υπάρχει μια παλιά, σκονισμένη αντίληψη ότι οι μαμάδες περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους πίνοντας καφέ που ποτέ δεν πίνεται ζεστός, διπλώνοντας ρούχα και βλέποντας σειρές που σταματούν κάθε πέντε λεπτά γιατί κάποιο παιδί φωνάζει «μαμάααα!». Και ναι, ισχύει. Αλλά υπάρχει και μια άλλη κατηγορία μαμάδων. Εκείνες που, μόλις κοιμηθούν τα παιδιά, δεν ανοίγουν Netflix. Ανοίγουν κονσόλα.
Οι μαμάδες που παίζουν video games είναι μια ιδιαίτερη φυλή. Ζουν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό, όπου κυνηγούν κάλτσες, ταπεράκια και χαμένα παπούτσια, και τον ψηφιακό, όπου κυνηγούν δράκους, ζόμπι και loot.
Η μητρότητα, αν το καλοσκεφτείς, είναι ήδη ένα video game. Ξεκινάς χωρίς tutorial, με ελάχιστο εξοπλισμό και μηδενικό ύπνο. Το πρώτο level λέγεται «νεογέννητο» και η αποστολή είναι απλή: κράτα το ζωντανό. Μετά έρχεται το expansion pack «νήπιο», όπου πρέπει να αποτρέπεις καθημερινά μικρές καταστροφές, όπως να μην φάει πλαστελίνη ή να μην ζωγραφίσει τον τοίχο με ketchup.
Οπότε μια μαμά gamer έχει ήδη πλεονέκτημα. Έχει μάθει υπομονή. Αν έχει περάσει boss fight που κράτησε τρεις ώρες, μπορεί να αντέξει tantrum στο σούπερ μάρκετ.
Το ωραίο με τις μαμάδες gamers είναι ότι έχουν εξελίξει το multitasking σε υπερδύναμη. Μπορούν να φτιάχνουν τοστ, να απαντούν σε ερώτηση τύπου «γιατί ο ουρανός είναι μπλε;» και ταυτόχρονα να σκέφτονται αν έκαναν save πριν πέσει το ρεύμα.
Βέβαια, το gaming ως μαμά έχει δυσκολίες. Πρώτα απ’ όλα, το timing. Το παιδί έχει μια ανεξήγητη ικανότητα να ξυπνάει ακριβώς τη στιγμή που είσαι στο πιο κρίσιμο σημείο. Δεν έχει σημασία αν κοιμόταν δύο ώρες ακίνητο. Μόλις ξεκινήσει το boss fight, ακούγεται από το δωμάτιο το κλασικό: «Μαμά, νερό».
Και φυσικά υπάρχει η ενοχή. Εκείνη η μικρή φωνή που λέει: «Μήπως αντί να παίζεις, να δίπλωνες τα ρούχα;». Αλλά μετά θυμάσαι ότι τα ρούχα θα είναι εκεί και αύριο. Το save point όμως όχι.
Κάποιοι θεωρούν ότι το gaming είναι χάσιμο χρόνου. Οι μαμάδες gamers ξέρουν ότι είναι επιβίωση. Είναι το δικό τους pause από την πραγματικότητα. Γιατί όταν όλη μέρα είσαι θεραπευτής, μάγειρας,οδηγός, ψυχολόγος και άνθρωπος-Google, χρειάζεσαι κι εσύ έναν κόσμο όπου ο μόνος στόχος είναι να ολοκληρώσεις μια αποστολή χωρίς κάποιος να σου ζητήσει σνακ.
Και μετά έρχεται η στιγμή που τα παιδιά μεγαλώνουν και αρχίζουν να ενδιαφέρονται κι αυτά για games. Εκεί αρχίζει η μεγάλη πρόκληση: να εξηγήσεις ότι ναι, η μαμά παίζει, αλλά όχι, δεν θα σε αφήσει να κερδίσεις εύκολα.
Γιατί η μαμά gamer δεν χαρίζεται.
Και ας είμαστε ειλικρινείς: τα παιδιά εντυπωσιάζονται όταν βλέπουν τη μαμά τους να ξέρει χειριστήριο καλύτερα από αυτά. Είναι η στιγμή που από «μαμά, πού είναι οι κάλτσες μου;» γίνεσαι «μαμά, πώς πέρασες αυτό το level;».
Το gaming επίσης διδάσκει κάτι σημαντικό στα παιδιά: ότι η μαμά δεν είναι μόνο μαμά. Είναι άνθρωπος. Με χόμπι, ενδιαφέροντα και δικαίωμα να κάνει κάτι μόνο για τον εαυτό της.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα.
Οπότε, αν δεις μια μαμά να παίζει video games αργά το βράδυ με μισόκλειστα μάτια και καφέ δίπλα της, μην την κρίνεις. Πιθανότατα πέρασε όλη μέρα σε hardcore mode. Το παιχνίδι είναι απλώς το reward της.
Άλλωστε, η ζωή της μαμάς είναι σαν open-world game: γεμάτη αποστολές, απρόβλεπτα quests και Non-Player Character που φωνάζουν συνέχεια το όνομά σου.
Η διαφορά είναι ότι στο σπίτι δεν υπάρχει κουμπί pause.
Μόνο mute. Κι ούτε αυτό δουλεύει πάντα.
Οπότε, την επόμενη φορά που μια μαμά θα πιάσει χειριστήριο, ας μην ακούσει το κλασικό «και πού βρίσκεις χρόνο;». Η σωστή ερώτηση είναι: «πώς τα καταφέρνεις και χωρίς αυτό;».
Γιατί στο τέλος της ημέρας, είτε νικάς bosses στην οθόνη, είτε νικάς τη μάχη του ύπνου με ένα δίχρονο, ένα πράγμα είναι σίγουρο:
Oι μαμάδες είναι οι πραγματικοί players της ζωής.













