Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από μπροστά σου και δεν αλλάζει τίποτα. Yπάρχουν κι εκείνοι που με το που μπουν στον ίδιο χώρο, κάτι μετακινείται μέσα σου.
Εσύ είσαι από αυτούς.
Δεν ξέρω αν είναι ο τρόπος που με κοιτάς. Δεν ξέρω αν είναι το χαμόγελο που κρατάει μισό δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο πρέπει.
Ξέρω μόνο ότι από τη στιγμή που σε είδα, ο αέρας γύρω μου βαραίνει λίγο.
Δεν είναι έρωτας αυτό. Είναι καψούρα.
Εκείνη η καψούρα που δε φωνάζει, αλλά καίει σιωπηλά, σαν φωτιά που απλώνεται αργά κάτω απ’ το δέρμα.
Σε κοιτάω και νιώθω το σώμα μου να προδίδει πράγματα που το μυαλό μου προσπαθεί να κρατήσει ήρεμα. Η ανάσα βαραίνει. Η καρδιά κάνει εκείνο το μικρό άλμα που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Κι εσύ το ξέρεις.
Το βλέπω στον τρόπο που πλησιάζεις χωρίς ν’ ακουμπάς. Στον τρόπο που στέκεσαι λίγο πιο κοντά απ’ όσο θα ήταν «λογικό».
Σαν να δοκιμάζεις τα όρια της στιγμής.
Υπάρχει μια περίεργη ένταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν ξέρουν τι θα μπορούσε να συμβεί.
Δεν είναι φανερή. Δεν είναι θορυβώδης. Γεμίζει, όμως, τον χώρο.
Είναι εκείνη η στιγμή που τα βλέμματα κρατάνε λίγο παραπάνω. Που κανείς δε μιλάει, αλλά η σιωπή λέει περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσαν οι λέξεις.
Η λαγνεία δεν είναι πάντα κραυγαλέα. Συχνά είναι σιωπηλή.
Είναι ο τρόπος που κοιτάς κάποιον και ξέρεις ότι αν κάνει ένα βήμα πιο κοντά, κάτι μέσα σου θ’ αλλάξει. Είναι εκείνη η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «δεν πρέπει» και στο «δε με νοιάζει». Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι και οι δύο την βλέπουμε.
Όταν το βλέμμα σου κατεβαίνει για μια στιγμή στα χείλη μου και μετά επιστρέφει στα μάτια, κάτι μέσα μου χαμογελά.
Όχι από αθωότητα. Από κατανόηση.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τους συναντάς και όλα είναι ήσυχα. Και υπάρχουν κι εκείνοι που όταν τους πλησιάσεις, η ατμόσφαιρα αλλάζει θερμοκρασία.
Εσύ είσαι από αυτούς. Δεν είναι μόνο επιθυμία. Είναι πόθος. Κι ο πόθος έχει κάτι άγριο μέσα του. Δε ζητά άδεια. Δε ρωτά αν είναι η σωστή στιγμή.
Απλώς εμφανίζεται και γεμίζει το σώμα μ’ εκείνη την ένταση που δεν εξηγείται εύκολα. Κι εγώ όταν σε κοιτάω, νιώθω ακριβώς αυτό. Σαν να βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα, αλλά υπάρχει ήδη ανάμεσά μας.
Σαν να κρατάμε και οι δύο την ανάσα μας, περιμένοντας ποιος θα είναι ο πρώτος που θα αφήσει τη στιγμή να γίνει αληθινή. Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο κομμάτι. Όχι αυτό που θα γίνει μετά. Αλλά αυτή η λεπτή, ηλεκτρισμένη σιωπή πριν.
Το σημείο όπου δύο άνθρωποι ξέρουν ακριβώς τι θέλουν, αλλά αφήνουν τον χρόνο να κρατήσει λίγο ακόμη την ένταση.
Γιατί μερικές φορές ο πόθος δε βρίσκεται στην πράξη. Βρίσκεται στην αναμονή. Και μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, νιώθω πως όλος ο κόσμος έχει μαζευτεί ανάμεσα σε εμάς τους δύο. Σαν να κρατάμε και οι δύο την ίδια σπίθα και να φοβόμαστε — ή να λαχταράμε — τη στιγμή που θα γίνει φωτιά.
Στο βλέμμα που κρατάει λίγο παραπάνω.
Στην ανάσα που βαραίνει.
Στο βήμα που δεν έγινε ακόμα.
Και εκεί, ακριβώς πριν ακουμπήσουμε, η καψούρα καίει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.













