Διασχίζοντας τα νερά αυτά περνώ την ώρα μου
Αχ, πόσο θα ‘θελα,
να ‘μουνα φωτιά, θα ‘θελα.
Πυρκαγιά που τα πάντα καίει,
στο πέρας της τα ισοπεδώνει.
Αχ, πόσο θα ‘θελα,
τις καρδιές των ανθρώπων
να ζεσταίνω και τους πόθους
αυτών με ζέση να ανάβω.
Αλλά δεν είμαι αυτός εγώ.
Είμαι ένας ωκεανός με βάθος,
είμαι μια θάλασσα που τα κύματά της
καταβροχθίζουν πέτρες.
Ένας ωκεανός που χωρίζει
και ενώνει ολόκληρες ηπείρους.
Ωκεανός που βουλιάζει καράβια
και καταπίνει ναύτες και τους φτύνει.
Μόνο που φοβάμαι πόσο βαθαίνει
και τι βρίσκεται στον πυθμένα του.
Φοβάμαι το άγνωστο που κρύβεται
‘κει μέσα και κολυμπάει ανέμελα.













