Ολοένα έλεγα πως χρειάζομαι ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια. Τα περσινά, έχοντας κάνει απόσβεση μέχρι και το τελευταίο τους ευρώ, ήταν πια έτοιμα να κατέβουν σε πορεία διαμαρτυρίας λόγω κακομεταχείρισης.
Έτσι, πήρα απόφαση στην άδειά μου -και στις δύο εβδομάδες προσπάθειας του slow living που είχα μπροστά μου- να κάνω αυτή την αναγκαστική επίσκεψη στο μαγαζί με τα αθλητικά.
Είμαι τόσο περίεργη με τα παπούτσια, που επί δέκα χρόνια αγοράζω το ίδιο και απαράλλακτο ζευγάρι, αυτό που πλέον ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά.
Έλα, όμως, που γυρνώντας όλα τα μαγαζιά της περιοχής, δε βρήκα πουθενά αυτό που έψαχνα και στο μυαλό μού είχε καρφωθεί πως έπρεπε να κάνω αγορά υποδημάτων σώνει και καλά!
«Θα ήθελα να μου δείξετε παπούτσια για ορθοστασία κι αρκετό περπάτημα, ό,τι κι αν είναι αυτά», είπα στην κοπέλα της εξυπηρέτησης.
Άπειρες δοκιμές, αποτυχημένες επιλογές. Το ένα ήταν μικρό, το άλλο μεγάλο, το παράλλο δεν είχε νούμερο, το ένα ήταν πολύ casual, το επόμενο πολύ φανταζί για δουλειά με άτυπο κώδικα ενδυμασίας.
«Θέλετε κάτι που να είναι ανατομικό ή κάτι που να σας αρέσει και να έχει ένα ικανοποιητικό πάτημα για όλες τις ώρες;», με ρώτησε με το επαγγελματικό της χαμόγελο η πωλήτρια.
Έμεινα να την κοιτάω, χωρίς να ξέρω τι να της απαντήσω. Γιατί κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως επί πολλά χρόνια αγοράζω παπούτσια υπό το πρίσμα μιας συνθήκης, είτε αυτό λέγεται δουλειά, κοινωνική υποχρέωση ή συγκεκριμένη ανάγκη.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα τα «θέλω μου» έχουν κλειστεί στα κουτιά μου και σε ό,τι είναι απολύτως βολικό, ξεκούραστο και ταιριαστό.
Μέσα σ’ αυτές τις σκέψεις δευτερολέπτων και το αμήχανο βλέμμα της συνομιλήτριάς μου, η άκρη του ματιού μου έπεσε σε μια χαμηλή γωνία του ραφιού μπροστά μου.
Στριμωγμένα και ξεχασμένα από τις πρώτες επιλογές των πελατών, θαμμένα κάτω από το εκτόπισμα των πρωτοκλασάτων brands και μοντέλων, ήταν ένα ζευγάρι πάνινα, ασπρόμαυρα All Star Converse Chuck Taylor. Αυτά τα κλασικά, που ένιωθες κάθε πετραδάκι κάτω από τη σόλα.
Το τελευταίο μου ζευγάρι πρέπει να το αγόρασα πριν 14 χρόνια, για να βρει λίγους μήνες μετά την οριστική του κατάληξη στο καλάθι των σκουπιδιών. Φανατική υποστηρίκτριά τους από την προεφηβεία κιόλας.
Εκείνη την εποχή δεν ήταν το θέμα η άνεση, αλλά το κατά πόσο κάτι σου αρέσει και σε εκφράζει.
Ξυπόλυτη, ανάμεσα σε κούτες με ανοιχτά παπούτσια και πάμπολλες προτάσεις, πλησίασα το ράφι. Κράτησα νοσταλγικά το πάνινο παπούτσι στα χέρια μου.
Παράξενα οικείο μου φάνηκε, εκείνο που το ‘χα για ξεχασμένο.
Θυμήθηκα το πρώτο μου ζευγάρι. Γεμάτη χαρά είχα πάει με τη μαμά μου στο κατάστημα. Ένας κύριος με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι στο δεξί αυτί, γεμάτος ενθουσιασμό, είχε πάρει μια μεζούρα για να μου μετρήσει το μικρό μου πέλμα, ώστε να βρει το κατάλληλο νούμερο.
Ήταν άσπρα με πιτσιλιές τα πρώτα μου Converse κι εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα κρατώντας τα αγκαλιά, με ανυπομονησία να τα φορέσω το πρωί της Δευτέρας στο σχολείο.
Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξα κι άλλα. Τα χρώματα ακολουθούσαν την παλέτα της εφηβείας και την ψυχολογία ενός μικρού ανθρώπου που ξεκινά να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα από συζητήσεις, συγκρούσεις ή και ρήξεις με ό,τι μέχρι πρότινος είχε για σταθερά.
Ζωγραφιές, λέξεις, στίχους, υποσχέσεις… όλα καταγεγραμμένα στις λευκές σόλες των παπουτσιών σαν ένα ημερολόγιο. Ένα προσωπικό μανιφέστο, μια εικαστική κραυγή ενός εαυτού που μεγάλωνε και ξεκινούσε ξαφνικά να βλέπει έξω από τη ροζ φούσκα, μ’ όλες τις επιπτώσεις της πρόσκρουσης κόσμου-πραγματικότητας.
Όσο πιο ταλαιπωρημένο το παπούτσι, τόσο πιο βαθιά η θέση και η τοποθέτηση του ατόμου. Έτσι, τουλάχιστον, υπήρχε στο δικό μας μυαλό. Σαν μια αλλεργία συνείδησης στο καλοσυγυρισμένο, στο καλοβαλμένο, σ’ αυτό που είναι ευρέως αποδεκτό.
Μεγάλο θέμα και πλήγμα για την εικόνα της οικογένειας να κυκλοφορεί το παιδί τους με σκισμένα και σκονισμένα παπούτσια.
Θυμάμαι τη μάνα μου, αγανακτισμένη, να παίρνει ένα ζευγάρι και να το βάζει στο πλυντήριο με χλωρίνη για ν’ ασπρίσει. Τρίτος Παγκόσμιος στα 16 μου για εκείνο το αναθεματισμένο πλύσιμο.
Στην ουσία δεν ήταν ποτέ αυτό βέβαια, όσο η ανάγκη να υπάρξω με τους δικούς μου όρους χωρίς ντροπή και λογοκρισία. Όπως όλοι οι συνομήλικοί μου υποθέτω.
Και να! Τώρα να στέκομαι μπροστά σ’ ένα ράφι που δεν είχε καμία σχέση με επανάσταση. Ήταν ενήλικες επιλογές. Βολικές, προστατευτικές. Επιλογές που έπρεπε να κρατούν ισορροπίες και να λειτουργούν προστατευτικά για το μέλλον τόσο το δικό μου, όσο και της σπονδυλικής μου στήλης.
Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό. Το θέμα όμως είναι πως, καθώς μεγαλώνουμε, αυτή η ανάγκη να κλείσουμε τον εαυτό μας σ’ ένα ασφαλές δίχτυ προστασίας, γίνεται σχεδόν εμμονική. Οι εμμονές με τη σειρά τους σε γεμίζουν φοβίες.
Ανοιγοκλείνεις τα μάτια, έχεις περάσει προ πολλού τα 30 και φοβάσαι για περισσότερα πράγματα απ’ όσα καταφέρνεις να χαίρεσαι.
Πας στον γιατρό, μπουκώνεσαι με βιταμίνες κι αρκεί ένα κρυολόγημα για να καταστροφολογήσεις. Βλέπεις ειδήσεις κι υπάρχουν μέρες που φοβάσαι και να οδηγήσεις. Διαβάζεις περισσότερα emails από ό,τι βιβλία, ασχολείσαι με τον μικρόκοσμο των ανθρώπων γύρω σου, βουλιάζεις σ’ αυτόν, ξεχνάς τη μεγάλη εικόνα κι έπειτα φοβάσαι για τον άνθρωπο που γίνεσαι, αλλά δεν κάνεις και τίποτα για να σπάσεις το απόστημα της φοβίας.
Μαθαίνεις να προσαρμόζεσαι σ’ αυτό το συναίσθημα, γιατί σου είναι πια απολύτως βολικό. Γιατί με αυτό ζεις, αυτό αναγνωρίζεις και μ’ αυτό πορεύεσαι. Όπως ακριβώς και με τα ίδια παπούτσια που επιμένεις ν’ αγοράζεις πεισματικά για χάρη της άνετης συνήθειας.
Χάιδεψα τη ράχη των παπουτσιών που κρατούσα και τα κοίταξα ξανά. Αυτά τα άβολα, μη κατάλληλα παπούτσια. Πάντα όμως δεν ήταν; Ίσως για αυτό να ‘ταν και τόσο γνώριμα. Ίσως για αυτό με ταρακούνησαν περισσότερο από εκείνες τις «εξαιρετικές επιλογές».
Το μαγαζί είχε αρχίσει να γεμίζει κόσμο κι η κοπέλα απέναντί μου περίμενε για μια απάντηση, προσπαθώντας να συντομεύσει την περίοδο αναποφασιστικότητάς μου.
«Λοιπόν, αποφασίσατε;» με ρώτησε.
Έμεινα για λίγο σιωπηλή.
«Ναι, αυτά» της έγνεψα, καθώς άφηνα στο χέρι της το πάνινο παπούτσι.
Μια μικρή πράξη εναντίωσης.
Μια πεισματική επιστροφή.
Αυτή τη φορά δε διάλεγα αυτό που με βολεύει. Διάλεγα τον τρόπο που θέλω να περπατάω, οδηγώντας αυτό που είμαι.
Κι αν είναι ακατάλληλα τι πειράζει; Και γιατί να πρέπει ν’ αντέξουν;
Συμβόλαιο με το αύριο δεν έχει κανείς μας.
Τη στιγμή μας έχουμε μόνο.
Και πλέον και τον εαυτό μας «ενίοτε».
Βγαίνοντας από το μαγαζί, ένιωσα πως εκείνη την ημέρα δεν είχα αγοράσει απλώς παπούτσια. Είχα για μια στιγμή σταματήσει να προσαρμόζομαι κι αυτή ήταν μια ολιγόλεπτη τζούρα άγριας ελευθερίας.
Ο πανδαμάτωρ χρόνος είναι κοινός για όλους. Δεν είναι πρόβλημα το ότι μεγαλώνουμε, αλλά πως όσο ο καιρός περνά, ξεχνάμε να κοιτιόμαστε στον καθρέφτη. Ξεχνάμε να ρωτάμε τον εαυτό μας ποιοι θέλουμε να είμαστε. Κυρίως, όμως, ξεχνάμε να το επιλέγουμε.
Έχουμε στο μυαλό μας πως η επιστροφή ή η αλλαγή είναι κάτι περίπλοκο, δύσκολο ως και ακατόρθωτο, ενώ ουσιαστικά όλα αλλάζουν από ένα πείσμα της στιγμής. Μια μικρή, αλλά αμετακίνητη απόφαση.
Ένα ζευγάρι Converse, ανατομικά άβολο, αλλά ακριβώς όπως το θυμάσαι κι έχεις μάθει να το περπατάς.













