Η καθημερινότητά μας με δύο παιδιά δεν είναι ρουτίνα. Είναι σειρά χωρίς επεισόδια, γιατί κανένα δε μοιάζει με το προηγούμενο και όλα ξεφεύγουν από το σενάριο.
Γιατί στο σπίτι με δύο παιδιά δεν υπάρχει «καθημερινότητα». Υπάρχει συνεχής κίνηση. Ήχος. Φωνές. Γέλια. Κλάματα χωρίς σαφή αιτία. Μικρά πόδια που τρέχουν, μεγάλα ερωτήματα που τίθενται σε ακατάλληλες ώρες και αποφάσεις που πρέπει να παρθούν μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, αλλιώς κάποιος θα πέσει στο πάτωμα από απόγνωση.
Ξυπνάμε το πρωί με την ελπίδα ότι θα πιούμε καφέ ζεστό. Χαριτωμένη σκέψη. Ο μικρός έχει ήδη φύγει τρέχοντας στο διάδρομο τραγουδώντας δυνατά «happy happy happy», χωρίς μουσική, χωρίς λόγο, χωρίς ανάσα. Κάνει γύρους σαν χαρούμενο ξωτικό που μόλις ανακάλυψε ότι το σπίτι είναι στάδιο. Εμείς ακόμα δεν έχουμε ανοίξει μάτια.
Ο μπαμπάς ετοιμάζεται να φύγει. Φοράει παπούτσια, παίρνει κλειδιά, λέει «τα λέμε». Και τότε ακούγεται η φράση που ρίχνει αυλαία σε κάθε αποχαιρετισμό: «Αντίο μπαμπάς» Όχι «γεια». Όχι «καλημέρα». Αντίο. Οριστικό. Σαν να φεύγει για εξερεύνηση σε άλλη ήπειρο. Ο μπαμπάς κοντοστέκεται. Επιστρέφει για αγκαλιά. Γιατί κανείς δε φεύγει έτσι από το σπίτι. Όχι με τέτοιο αντίο.
Ο μεγάλος ζει σε δικό του σύμπαν. Εκεί όπου οι αριθμοί δεν είναι απλοί αριθμοί. Είναι six-seven. Πάντα μαζί. Δεν ξέρω αν είναι παιχνίδι, αν είναι κώδικας ή αν απλώς κάποια μέρα κόλλησαν μεταξύ τους και δεν ξεκόλλησαν ποτέ. Ρώτησα τι σημαίνει το six-seven και ύφος επιστημονικο «Μαμά, το 67 είναι το μέτριο ,κάτι σαν βαθμολογία» Λογικό.
Ο μεγάλος έχει ήδη πιάσει θέση στο PS5. Παίζει WWE με απόλυτη σοβαρότητα. Φωνάζει. Πανηγυρίζει. Περιγράφει τον αγώνα σαν αθλητικός σχολιαστής: «Τον έπιασα! Τον πέταξα! Έπεσε! Six-seven!»Δεν ξέρουμε τι σημαίνει. Ξέρουμε μόνο ότι είναι σημαντικό.
Ο μικρός έχει αναλάβει ηχητικό ρόλο στο σπίτι. Δε μιλάει. Κάνει ζώα.
Λιοντάρι στο σαλόνι.
Αγελάδα στην κουζίνα.
Σκύλος στο μπάνιο.
Κάποια στιγμή ακούγεται κάτι ανάμεσα σε ελέφαντα και δεινόσαυρο και αναρωτιέσαι αν πρέπει να ανησυχήσεις ή απλώς να χειροκροτήσεις.
Και ξαφνικά… σιωπή.
Ποτέ καλό σημάδι.
Τον βρίσκουμε με μαρκαδόρο.
Έχει ζωγραφίσει τον τοίχο.
Μετά τον άλλο τοίχο.
Μετά τα χέρια του.
Μετά τα πόδια του.
Έχει ζωγραφίσει ακόμα και το δάχτυλο που κρατάει τον μαρκαδόρο. Είναι πλήρες έργο.
Μας κοιτάει περήφανος.
«Μαμά, Μπαμπά,ζωγραφιά».
Κάθε τόσο μας κοιτάει με βλέμμα νικητή. Θέλει κοινό. Θέλει αναγνώριση. Θέλει να δούμε ότι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη είναι ιστορική στιγμή.
Ο μικρός αποφάσισε ότι μιλάει αγγλικά. Μέχρι το πέντε. Με απόλυτη αυτοπεποίθηση.
One, two, three, four, five!
Σταματάει.
Χειροκροτεί τον εαυτό του.
Ξαναρχίζει από το one.
Η εκμάθηση γλώσσας θέλει επιμονή.
Ο μεγάλος φωνάζει από το PS5:
«ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΞΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟΙ!»
Ενσυναίσθηση level: αδερφική.
Στο μεταξύ, το σπίτι είναι σε κατάσταση ελεγχόμενου χάους. Παιχνίδια στο πάτωμα, κάλτσες σε σημεία που δε θυμόμαστε να περάσαμε ποτέ, φωνές από δωμάτια που πριν λίγο ήταν ήσυχα. Κάποιος κλαίει γιατί το ποτήρι είναι μπλε ενώ ήθελε το άλλο μπλε. Κάποιος γελάει χωρίς λόγο. Κάποιος (εγώ) σκέφτεται αν είναι πολύ νωρίς για σοκολάτα.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, συνειδητοποιείς ότι αυτή είναι η ζωή τώρα. Με happy happy happy να τρέχει στους διαδρόμους. Με six-seven να μην εξηγείται. Με αγγλικά μέχρι το πέντε και αντίο που μοιάζουν τελεσίδικα αλλά είναι γεμάτα αγάπη.
Κουραστική; Ναι. Χαοτική; Απόλυτα. Αστεία; Απίστευτα.
Ο μπαμπάς και εγώ καθόμαστε για λίγο στον καναπέ. Δε μιλάμε. Ανταλλάσσουμε μόνο εκείνο το βλέμμα που λέει: επιβιώσαμε. Ο καφές είναι κρύος. Αλλά δεν πειράζει. Δεν τον χρειαζόμαστε πια.
Γιατί μια μέρα το σπίτι θα είναι ήσυχο. Και τότε θα μας λείψει ο θόρυβος. Θα μας λείψουν τα λάθη, τα τραγούδια χωρίς ρυθμό, οι αριθμοί που δεν βγάζουν νόημα.
Και αν μας ρωτήσεις πώς τα καταφέρνουμε;Δεν ξέρουμε.Απλώς αγαπάμε.Και αυτό, τελικά, είναι αρκετό.
Μέχρι τότε, ζούμε μέσα σε αυτό. Και γελάμε. Όποτε προλαβαίνουμε.













