Μοναξιά.
Μια λέξη που μας τσιμπάει λίγο άγαρμπα. Λέξη που συνδέουμε με την απομόνωση, την απόγνωση, τη συναισθηματική έρημο. Λέξη που δεν αγκαλιάζει τη συμπερίληψη και κάπως αρνητικά φορτισμένη. Ίσως γιατί πάντα τη συνδέουμε ως μια κακή έκβαση της συνύπαρξής μας με τους ανθρώπους.
Η Κική Δημουλά έγραψε:
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Η κοινωνία μας μαθαίνει από νωρίς να φοβόμαστε τη βραδύτητα, τη σιωπή. Να θεωρούμε τη μοναξιά σαν μια ποινή που μας επιβάλλεται και που πρέπει πάση θυσία να διώξουμε σαν γάτα με ψύλλους που τρίβεται στα πόδια μας.
Η κοινωνία μάς θέλει ν’ αποφεύγουμε τη σύγκρουση των λέξεων, των σκέψεων, των προκλήσεων, γιατί κάθε εσωτερική έριδα είναι ένα βήμα προς την έξοδο από το κελί μας.
Σ’ εκείνο το μικρό ρήγμα που γεννιέται τη στιγμή της αμφισβήτησης, τη στιγμή της απόλυτης ησυχίας, αναδύεται η ανακάλυψη. Κι η μοναξιά γίνεται εργαστήρι, ανάσα, βλέμμα παρατηρητικό, λουλούδι που ανθίζει μέσα στο τσιμέντο της πόλης.
Η μοναξιά μπορεί να είναι δημιουργική κι είναι απαραίτητη αν έχεις σκοπό να πας τον εαυτό σου ένα βήμα πιο πέρα. Πιο μέσα.
Σ’ έναν κόσμο έκθεσης, ταχύτητας, συνεχών κι αλλεπάλληλων ειδοποιήσεων, σε μια εποχή που το τηλέφωνο δε σταματά να χτυπά από την ώρα που ανοίγεις τα μάτια, που το internet είναι η κουβερνάντα που σε βάζει για ύπνο και σου μοστράρει για νανούρισμα σκηνές από τις ζωές των άλλων, πες μου…
Πού ακριβώς βρίσκεσαι εσύ;
Δεν είναι οι άλλοι που μας λείπουν. Είναι ο εαυτός μας. Η μοναξιά μοιάζει τιμωρία σ’ εκείνη την χρονική καμπή που παύουμε να είμαστε παρόντες από τη ζωή μας. Η συνεχής εγρήγορση στην οποία υποβάλλουμε τους εαυτούς μας είναι μια προσπάθεια αποφυγής της ευθύνης. Γιατί μας τρομάζει η ιδέα του να μείνουμε εμείς κι η αυτοκριτική σ’ ένα δωμάτιο.
Κι έτσι, σαν παιδιά, κάνουμε μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι σ’ έναν ξινό χυμό που δε λέει να πάει κάτω.
Δεν είναι εύκολη η πρώτη επαφή. Παίρνοντας για σένα ένα time-out, επιτρέποντας να πάρεις μια παύση από όσα κάνουν κατοστάρι γύρω σου, έρχεσαι προ των φόβων σου. Πραγμάτων που επιμελώς έκρυβες κάτω από το χαλάκι του διαδρόμου και που στη μοναξιά επιβάλλεται ν’ αντιμετωπίσεις και να κάνεις εκκαθάριση.
Είναι και το σημείο που καταννοείς πως δεν μπορείς να σκεπάζεις ένα μαμούθ και να παριστάνεις πως δεν το βλέπεις. Αφενός γιατί πιάνει πολύ χώρο κι αφετέρου γιατί το έχεις τόσο καιρό αφρόντιστο που, από την απόγνωση, είναι έτοιμο να σε κατασπαράξει.
Ναι παίρνει χρόνο. Ναι έχει γεμίσει ο τόπος ακαθαρσίες. Σημασία έχει να ξεκινήσεις το συμμάζεμα. Γωνιά προς γωνιά. Κομματάκι το κομματάκι. Με λίγη φροντίδα τη φορά, θα φτάσεις και στο να έχεις καθαρό δωμάτιο κι η αρμένικη βίζιτα του επισκέπτη θα βρει τον δρόμο της εξόδου: στην εποχή των Παγετώνων.
Η μοναξιά θα γίνει φίλος. Θα σε αφήσει να καθίσεις νωχελικά στο περβάζι του παραθύρου σου και ν’ απολαύσεις τη μυρωδιά και την γεύση του καφέ σου. Θυμόσουν πως ο καφές έχει τόσο ωραία μυρωδιά;
Θα μπεις σ’ ένα slow motion που θ’ αρχίσεις να γνωρίζεις τον κόσμο γύρω σου. Ν’ απολαμβάνεις εκείνη τη βόλτα στο πάρκο, να παρατηρήσεις εκείνες τις μικρές κίτρινες μαργαρίτες που φυτρώνουν ανάμεσα στο πλακόστρωτο, θα θυμηθείς παλιές, ξεχασμένες μελωδίες σ’ εκείνο το παλιό δισκάδικο της γειτονιάς. Θα διαβάσεις επιτέλους εκείνα τα βιβλία που είχες αγοράσει με τη σκέψη πως «κάποια στιγμή θα ξεκινήσεις».
Ίσως και ν’ αρχίσεις να γράφεις. Οι λέξεις θα σε οδηγήσουν εκεί που πρέπει, όταν γίνουν ολότελα δικές σου και δε θα σε αποσπά η υπόκρουση των πραγμάτων γύρω σου.
Ένας από τους λόγους που δεν έχω γίνει συγγραφέας (ακόμα) είναι γιατί δεν έχω βρει την χρυσή τομή ανάμεσα στον κόσμο και στη μοναξιά μου. Βλέπεις, ανήκω κι εγώ στους ανθρώπους -όπως κι εσύ- που παλεύουν να φτιάξουν λίγο κενό χώρο στη ζωή και για εκείνους.
Έμαθα, όμως, μέσα στα χρόνια κάτι που για μένα αρχικά ήταν δύσκολο έως κι ακατόρθωτο: να απαιτώ τον χρόνο μου. Με κάθε κόστος. Κι αυτό το χρωστάω σ’ εκείνες τις μοναχικές μέρες.
Δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Το να ζητάς σ’ έναν κόσμο εγωιστικό, με την κατανόηση γυρισμένη στο off, να κατέβεις από το τρενάκι του τρόμου -γιατί πια έγκωσες και κοντεύεις να ξεράσεις από τις στροφές- συνιστά ζήτημα εθνικής διαπραγμάτευσης.
Σαν προδομένη ερωμένη φέρονται οι άνθρωποι όταν στρέφεις μακριά από εκείνους τα μάτια και θες λιγάκι να περπατήσεις παράμερα. Ποιος ξέρει; Μπορεί επειδή φοβούνται περισσότερο από εσένα ένα θέατρο δίχως κοινό και φώτα.
Σ’ ένα σημειωματάριο που μου είχαν δωρίσει με αποφθέγματα σπουδαίων ανθρώπων, θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φράση: «Τα μικρά δωμάτια πειθαρχούν το μυαλό, τα μεγάλα αποσπούν την προσοχή του».
Κάπως έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί είμαστε πολέμιοι της μοναξιάς: Αποτελεί την αφετηρία της σκέψης και της κριτικής ικανότητας.
Η μοναξιά δεν είναι φόβος.
Είναι συμφιλίωση.
Πρόβα επιστροφής.
Μελάνι που γεμίζει εκείνη την άδεια, παρατημένη πένα στο γραφείο σου, ώστε να ξεκινήσεις να γράψεις ξανά κάτι το αυθεντικό.
Την ιστορία σου.













