Σκοτάδι. Κοίταζε αφηρημένα το ταβάνι από πάνω του. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Ήταν σ’ ένα από τα μετέπειτα στάδια ύπνου, όχι τα αρχικά. Σ’ εκείνα δηλαδή που πλέον έχεις βυθιστεί καλά στη λήθη, αλλά ταυτόχρονα δεν έχεις καταλάβει σίγουρα αν κοιμάσαι ή όχι.
Κι ας νιώθεις πως έχεις πέσει στ’ άδυτα της τάφρου των Μαριανών, περίπου 11.000 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας – απλά η επιφάνεια είναι η κουβέρτα σου, κι η θάλασσα το κρεβάτι σου.
Κάπου είχε ακούσει για ένα τραγικό ατύχημα. Κάπου μακριά, στην άλλη άκρη της Ελλάδας – μια μεγάλη στενοχώρια είχε πέσει πάνω σε πολύ κόσμο την προηγούμενη ημέρα. Σκοτώθηκαν σ’ ένα ατύχημα τρένου άντρες, γυναίκες , παιδιά.
«Δε βαριέσαι», είπε, «αφού δε συνέβη σε εμάς, είμαστε ΟΚ, δόξα τω θεώ να λέμε». Όσο κι αν τον πείραξε.
Την ίδια μέρα είχε και μια δυσάρεστη είδηση σχετική με τα εργασιακά του. Είναι από αυτές που όλοι μετά σου λένε «Έλα μωρέ! Υγεία να έχουμε! Εσύ πάνω απ’ όλα να είσαι καλά, θα βρεις άμεσα κάτι άλλο», αλλά κανένας δεν σου εξηγεί πώς με την υγεία θα πληρώσεις τους λογαριασμούς σου.
Παρ’ όλα αυτά όμως, όντας σε μια ηλικία 40+, που σημαίνει ότι το να περνάει τέτοιες στενοχώριες για αυτόν ήταν απλά….Τετάρτη, ούτε καν αυτά δεν δικαιολογούσαν τον ανήσυχο ύπνο του.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πιει νερό. Οι τοίχοι του σπιτιού του, φωτιζόμενοι από ένα μικρό φωτάκι νυκτός που είχε για τα παιδιά, φάνταζαν να τον πνίγουν, τρεμάμενοι μέσα στην νυχτερινή σιωπή.
Από ένστικτο, πήγε να δει τα παιδιά του που κοιμόνταν στο παιδικό δωμάτιο. Μια χαρά ήταν τα αγγελούδια του. Ο μικρός μάλιστα, είχε πάρει μια στάση στο κάτω κρεβάτι της κουκέτας, όπως ο Spiderman όταν έπαιρνε αμυντική στάση για να πολεμήσει τον Green Goblin, στην περίφημη ταινία Spiderman του Σαμ Ράιμι, στη σκηνή με το μπαλκόνι.
Απλώς στην περίπτωση μας ο Green Goblin ήταν το λούτρινο παπάκι που είχε πάντα αγκαλιά για να κοιμάται, που με συνοπτικές διαδικασίες απέναντί του. Για να μάθει.
Ξαφνικά μέσα στην νυχτερινή ησυχία, άρχισε να ακούει ένα θόρυβο. Ανεπαίσθητο στην αρχή· σαν ένα απαλό θρόισμα του ανέμου όπως κάνουν τα φύλλα τα ξερά το φθινόπωρο όταν πέφτουν, ο οποίος όμως συνεχώς δυνάμωνε, σιγά αλλά σταθερά.
Ένα χτύπημα.
Ακόμα ένα.
Ένα πιο δυνατό.
Ο αρχικός του πανικός ήταν μην ξυπνήσει τα παιδιά, καθώς ο μικρός ειδικά όταν ξυπνούσε, σήκωνε όρθια και τη μισή Περιφέρεια Αττικής. Τρέχει να δει πρώτα την γυναίκα του. Κοιμόταν και δεν είχε ακούσει κάτι. Τρέχει μετά στα παιδιά.
Τα δυο κρεβάτια των παιδιών ήταν άδεια.
Ένιωσε να χάνει όλο το χρώμα απ’ το πρόσωπό του κι η καρδιά να φεύγει από τη θέση της.
Ο ήχος συνέχισε με αμείωτη ένταση και σε σταθερό τέμπο ν’ ακούγεται.
Άρχισε να τρέχει σαν τρελός μέσα στο σπίτι. Ήξερε ότι δεν κοιμόταν, γιατί όπως έτρεχε, η επαφή του με τα έπιπλα και τα πράγματα μέσα στο σπίτι παραήταν αληθινή.
Κάποιος του έκανε πλάκα όμως λογικά. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι δεν ήταν όνειρο. Πριν 3 λεπτά τα αγγελούδια του ήταν εκεί. Δεν γίνεται να εξαφανίστηκαν.
Μπαμ, μπαμ!
ΜΠΑΜ!
Ο ήχος σταμάτησε. Πριν σταματήσει, είχε αρχίσει να τον αναγνωρίζει. Ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνουν τα σίδερα από τους τροχούς των τρένων, όταν έρχονται σ’ επαφή με τις ράγες.
Σάστισε.
Δεν γινόταν να ακούει τρένο μέσα στο σπίτι του στις τρεις την νύχτα. Το μυαλό του από τον πανικό του του έπαιζε σαδιστικά παιχνίδια.
Πήγε στην μπαλκονόπορτα. Στην άλλοτε θέση της, πίσω απ‘ τη τζαμαρία της πόρτας, βλέπει έναν τοίχο από τούβλα. Ήταν παγιδευμένος.
ΟΧΙ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ!
Τρέχει προς την εξώπορτα. Αντί για εξώπορτα, βλέπει ένα τσιμεντένιο τοίχο πάνω στο περίγραμμα της πόρτας.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα.
Παράφρων σχεδόν, τρέχει πίσω στο κρεβάτι του. Βλέπει τ’ αγόρια του να έχουν κουρνιάσει στο κρεβάτι δίπλα στη μαμά τους, αριστερά και δεξιά της, κουλουριασμένα κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Κλείνει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πίσω του. Ήταν όλοι σώοι, και δεν τον ένοιαζε ακόμα κι αν το υπόλοιπο σπίτι καιγόταν. Ή ακόμα κι αν ο υπόλοιπος κόσμος καιγόταν. Αρκεί εκείνο το μοναδικό δωμάτιο να έμενε ασφαλές.
Ησυχία ξαφνικά. Άκουγε τις σταθερές ανασούλες των παιδιών και της αγαπημένης του. Προσπάθησε να συγχρονίσει τις ανάσες αυτές με τους χτύπους της καρδιάς του.
Κοίταζε πάλι το ταβάνι. Ηρεμούσε σιγά-σιγά. Η και όχι.
Ο ήχος ξανά άρχισε. Σιγά και σταθερά. Μπαμ…μπαμ…ΜΠΑΜ!!
Ξαφνικά, το ταβάνι άνοιξε στα δυο. Μια μηχανή τρένου ξεπρόβαλλε μπροστά του, ενώ το πρώτο βαγόνι ερχόταν απειλητικά προς τα πάνω του.
Ουρλιάζει.
Πέφτει κάτω από το κρεβάτι, οριακά πριν το τρένο πέσει πάνω του.
Σηκώνεται, κοιτάζει κάνω στο κρεβάτι.
Δεν ήταν κανένας.
Η γυναίκα του και τα παιδιά του είχαν εξαφανιστεί. Και το σεντόνι… λουσμένο με αίμα.
Τις άναρθρες κραυγές του τις σκέπασε ο ήχος των χτυπημάτων, που πλέον είχε γίνει αφόρητα δυνατός.
Μπαμ.
Μπαμ.
ΜΠΑΜ!!!!!













