Πόνος. Η λέξη που διατρέχει το σώμα του κειμένου σαν λεπτό, αόρατο ρεύμα. Ξεκινά απ’ τη βροχή και το φως που μαλακώνει, περνά μέσα απ’ την κοινωνική απάθεια, τη συλλογική οργή, και καταλήγει στην πιο προσωπική απώλεια -εκεί όπου η καρδιά ζητά δικαιοσύνη κι η ψυχή παλεύει να συνεχίσει.
Ρε, τι μας κάνει λίγη βροχή! Το φως λιγότερο και πιο απαλό. Όχι τόσο εκτυφλωτικό. Μας καλεί ν’ αφήσουμε τους φρενήρεις ρυθμούς του καλοκαιριού. Ν’ αρχίσουμε να ρίχνουμε τα φύλλα μας και να σταθούμε γυμνοί απέναντι στον εαυτό μας. Γι’ αλλού ξεκίνησε αυτό το άρθρο κι αλλού με πήγε…
Γυρνάς από τη δουλειά, τακτοποιείσαι, κάνεις τις δουλίτσες σου, τρως κι ίσως είσαι τυχερός να βρεθείς με άτομα που αγαπάς και σ’ αγαπάνε. Κάπου εκεί στο ξεψύχισμα της μέρας, τ’ αφτί σου θα πάρει τις ειδήσεις.
Θάνατοι, θύματα, πόσα θύματα, Θεέ μου! Σφίγγεται για λίγο η καρδιά σου, ίσως κάπου μέσα σου νιώθεις και τυχερός που η μοίρα δεν χτύπησε τη δική σου πόρτα. Βολεύεσαι ξανά στην μικρή σου άνετη καθημερινότητα. Το πολύ-πολύ να γίνεις επαναστάτης του καναπέ ή ίσως του πληκτρολογίου.
Χωρίς ν’ αναλάβεις ουσιαστική δράση, κάνοντας τις ίδιες επιλογές. Μένεις απαθής, αδρανής κι επιτρέπεις την αδικία γύρω σου. Συσσωρεύοντας μέσα σου, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνεις, αποθέματα θυμού. Χωρίς να τον κατευθύνεις εκεί που χρειάζεται! Αν όμως την επόμενη φορά χτυπήσει τη δική σου πόρτα;
Συχνά-πυκνά αναζωπυρώνεται η ιστορία αυτή που είναι σαν αγκάθι στο πλευρό όλων μας. Δεν είναι η πρώτη, δε θα είναι και η τελευταία. Γιατί ξέρουμε ότι μας κοροϊδεύουν. Γιατί κι εμείς κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας! Αυτά βλέπεις είναι τα αποτελέσματα του ωχαδερφισμού, της ρουσφετοθηρίας, του βολέματος.
Αχ, αυτή η διαφήμιση της χλωρίνης «Αυτή ξέρετε, αυτή εμπιστεύεστε», πόσο έχει εντυπωθεί στο δημόσιό μας βίο….
Ξανά και ξανά, τα ίδια λάθη, οι ίδιες επιλογές, οι ίδιοι ανάξιοι ηγέτες.
Πότε τελικά θα αποτινάξουμε τον ραγιά από μέσα μας; Πότε θα ορθώσουμε ανάστημα, θα σταματήσουμε να επιτρέπουμε αυτά κι άλλα ξεφτιλίκια; Πότε θα καταλάβουμε ότι η δύναμή μας είναι στην ενότητα;
Αυτά είναι τα εξωτερικά. Πάμε λίγο και στα εσωτερικά.
Αλήθεια, πώς υπερνικάς το θάνατο ενός αγαπημένου; Ειδικά κάτι παράλογο, ακαριαίο και πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα νέο άνθρωπο που έχει χρόνια ζωής μπροστά του! Όταν δεν έχεις μια λογική εξήγηση… Όταν χρειάζεται ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη…
Μετά το στάδιο της άρνησης, θείο μένος ξυπνάει μέσα σου. Σε αυτούς τους ανθρώπους, βγάζω το καπέλο! Δεν το αφήνουν να περάσει έτσι, όπως άλλα. Χρειάζονται κι εμάς δίπλα τους, ώστε κάποια στιγμή να τελειώσει ο αγώνας τους.
Ώστε πια να μπορέσουν, με την ησυχία τους, να θρηνήσουν, ν’ αποδεχτούν. Βλέπεις, όταν δε θρηνήσουμε, όταν τα κρατάμε όλα μέσα μας… κάποια στιγμή θα σκάσει όλο αυτό με διάφορους τρόπους. Έπειτα να συνεχίσουν τη ζωή τους, που είναι ο καλύτερος φόρος τιμής. Γιατί είναι ακόμα ζωντανοί.
Όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή μας, βιώνουμε πόνο.
Είναι η αλλαγή, η απουσία. Είναι η έλλειψη που νιώθουμε εγωιστικά.
Το συγκεκριμένος όμως διαφέρει. Δίνουν ένα αγώνα που μας αφορά όλους. Ψάχνουν απαντήσεις σε ένα κράτος αναξιοκρατίας κι αδιαφάνειας.
Με το καλό, λοιπόν, εύχομαι να τελεσιδικήσει. Έχει ήδη αργήσει.. Δεν ξέρω πώς θα συνεχίσουν αυτοί οι άνθρωποι τις ζωές τους, η ζωή όμως είναι πάντα πιο δυνατή. Η αγάπη βλέπεις, είναι ένα ρίσκο. Ρισκάρεις να πονέσεις, να πληγωθείς. Αλλά κι η πεμπτουσία μας.
Χρειάζεται να μεγαλώσεις για να χωράς τον πόνο.
Αλλιώς δεν γίνεται.
Γιατί απλά θα τον κουβαλάς μέσα σου πάντα!
Κι είσαι τυχερός όταν καταφέρεις, αν και παίρνει καιρό, να θυμάσαι με αγάπη κι ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.













