Τέλμα
Συναισθήματα πλαστά,
μαϊμούδες που χορεύουν γύρω μου.
Μα εγώ τις έχω μεγαλώσει
αυτές τις μαϊμούδες,
εγώ τις έχω ταΐσει.
Με κοροϊδεύουν
και με περιγελούν.
Χορεύουν, χοροπηδούν,
ουρλιάζουν και με αποσπούν
από της ζωής την γιορτή.
Μου φτιάχνουν τούρτες χωρίς γεύση,
φυτεύουν δένδρα ψηλά
που οξυγόνο δεν χαρίζουν.
Κι εγώ φυλακισμένος στον κόσμο τους,
τον φανταχτερό και κίβδηλο,
τις χαϊδεύω κι ας με φτύνουν.
Και τώρα πώς θα βρω το θάρρος
να χαράξω σύνορα
μες στης ψυχής μου
το άγονο χώμα;
Όπου σταγόνα τη σταγόνα
τέλμα έγινε, να καθηλωθώ.
Πώς θα γλιτώσω από τις μαϊμούδες
που με δείχνουν
απ’ των δένδρων τα πλαστικά κλαριά
και με τόσο θράσος,
με περίσσιο σαρκασμό με ειρωνεύονται;
Πώς θα απαλλαχτώ
από αυτά τα κρύα, κάλπικα συναισθήματα;













