Σήμερα λοιπόν, κατεβαίνω από το θρόνο μου.
Για αρχή, βάζω το «καπέλο» του κάγκουρα, ώστε να σας περιγράψω λίγο πιο διεξοδικά τη σχέση μου με το αυτοκίνητο μου, που τόσο συχνά έχω μνημονεύσει. Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο πριν, βρέθηκα από διάφορες περιστάσεις, ξαφνικά χωρίς αυτοκίνητο. Εργαλείο απαραίτητο για την καθημερινότητα και τους ρυθμούς μου, πόσο μάλλον που η συγκυρία αυτή έσκασε την ώρα που άλλαζα τόπο κατοικίας, μετατρέποντας το σε βασική ανάγκη.
Πήρα μια μεγαλοκοπέλα, ένα στιβαρό αυτοκίνητο, μεγαλύτερο από αυτά που είχα πριν. Συγκέντρωνε πολλά πλεονεκτήματα και κίνησα γη και ουρανό να υιοθετήσω αυτή την όμορφη μεγαλοκοπέλα 20 χρονών και αρκετών χιλιομέτρων. Μέχρι που έγινε δική μου!
Με τη μετακόμιση, σε εβδομαδιαία βάση πηγαινοέρχομαι μονοκοπανιά 190 χιλιόμετρα. Είναι πραγματική απόλαυση για μένα, να τρέχω το μωρό μου, με μουσική τέρμα. Όπως φεύγουν τα χιλιόμετρα, φεύγει και το μυαλό και μπαίνει σε άλλα μονοπάτια.
Λίγο ο ανοιχτός ορίζοντας, τα απιστεύτου κάλλους τοπία, με κάθε είδους καιρό που έχω βρει στο δρόμο μέσα στις τέσσερις εποχές του χρόνου… Το τι καταρακτώδεις βροχές, μυστηριώδης ομίχλη, μαγευτικά ηλιοβασιλέματα και μεγαλοπρεπείς πανσέληνους έχω απολαύσει, με διάφορες μουσικές υποκρούσεις, δεν περιγράφεται!
Διαδρομές και μέσα μου, εκεί που οι δρόμοι είναι ανοιχτοί και η σκέψη πετάει λίγο πιο ψηλά. Ώρα ιερή να τα πω με εμένα.
Πότε-πότε λοιπόν, παίζει τραγούδια που οι στίχοι τους με κάνουν να απορώ. Εύη Δικαίου, ξέρεις!
Θα σταθώ απόψε σε δύο μόνο. Κάπου εδώ θα αλλάξω «καπέλο», ξυπνάει το σπασικλάκι μέσα μου. Πείτε μου κι εσείς, γιατί δεν καταλαβαίνω· από πότε ο έρωτας συσχετίζεται τόσο στενά με τον θάνατο στα ερωτικά τραγούδια;
Βέβαια, οι Γάλλοι αποκαλούν την πράξη του έρωτα la petite mort-τον «μικρό θάνατο». Ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή χάνεται, έστω και στιγμιαία, η αίσθηση του εαυτού, η εγρήγορση του νου, η ψευδαίσθηση του ελέγχου. Όμως ο Georges Bataille, ένας από τους πιο τολμηρούς και διεισδυτικούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα, στο βιβλίο του Ο Ερωτισμός, αντιστρέφει αυτή την ανάγνωση. Περιγράφει τον έρωτα ως «μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής». Τι συγκλονιστική φράση!
Ο έρωτας, για τον Bataille, δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, μια βιολογική ορμή ή μια ρομαντική επιθυμία. Είναι μια πράξη υπέρβασης. Μια στιγμή κατά την οποία το άτομο παύει να είναι ένα κλειστό, απομονωμένο ον και ανοίγεται προς κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Είναι η αποδοχή της ύπαρξης στο σύνολό της, με όλη τη χαρά, τον κίνδυνο, την αβεβαιότητα και την έντασή της. Είναι η στιγμή που η ζωή φτάνει στο αποκορύφωμά της, τόσο έντονα που μοιάζει να αγγίζει την αθανασία. Μια στιγμή θέωσης.
Και αν κοιτάξουμε ακόμη πιο πίσω, στη δική μας μυθολογική παράδοση, η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη. Τόσο στην Ορφική όσο και στην Ησιόδεια κοσμογονία, ο Έρως δεν εμφανίζεται ως μια δευτερεύουσα θεότητα που ασχολείται με τις ανθρώπινες καρδιές. Είναι μία από τις πρώτες και θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος. Η αρχή που κινεί, που ενώνει, που γεννά. Η δημιουργική ώθηση που βγάζει τον κόσμο από την ακινησία και τον οδηγεί στη γέννηση και τη μεταμόρφωση.
Άντε λοιπόν να δεχτώ εύκολα ότι ο έρωτας είναι συγγενής του θανάτου.
Από την άλλη, υπάρχει εκείνος ο στίχος που τριγυρίζει επίμονα στο μυαλό μου: Only love can hurt like this. Και κάπου εκεί αρχίζει το εσωτερικό μου debate.
Γιατί ναι, όταν αγαπάμε, χαμηλώνουμε τις άμυνές μας. Σταματάμε να είμαστε αυτάρκεις. Γινόμαστε ευάλωτοι. Επιτρέπουμε σε κάποιον άλλον να δει κομμάτια μας που συνήθως κρατάμε καλά κρυμμένα. Του εμπιστευόμαστε φόβους, ελλείψεις, επιθυμίες, όνειρα. Στεκόμαστε, κατά κάποιον τρόπο, γυμνοί μπροστά του.
Και ίσως εκεί να γεννιέται ο πόνος.
Όχι απαραίτητα επειδή η αγάπη είναι επώδυνη από τη φύση της, αλλά επειδή η αγάπη μάς φέρνει αντιμέτωπους με όλα όσα προσπαθούμε να προστατεύσουμε. Με την ανάγκη μας για ασφάλεια. Με την επιθυμία μας να κατέχουμε. Με τον φόβο της εγκατάλειψης. Με την αλαζονική πεποίθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε ό,τι αγαπάμε.
Οπότε αναρωτιέμαι: Είναι τελικά η αγάπη αυτή που πονάει;
Ή μήπως πονάει ο εγωικός μας εαυτός όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ελέγξει, να απαιτήσει ή να εγγυηθεί τίποτα;
Μήπως αυτό που βιώνουμε ως «πληγή του έρωτα» δεν είναι παρά η ρωγμή που ανοίγει στον εγωισμό μας, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη βαθύτερη αλήθεια της αγάπης: ότι για να αγαπήσεις πραγματικά, πρέπει πρώτα να αποδεχθείς την πιθανότητα της απώλειας;
Κι αν ισχύει αυτό, τότε ίσως ο έρωτας και ο θάνατος συνδέονται όχι επειδή ο ένας οδηγεί στον άλλον, αλλά επειδή και οι δύο μάς καλούν να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στη ζωή.













