Κολυμπούσες στα παγωμένα νερά της Αλάσκα. Η ισοθερμική στολή σου, σου προσέφερε όση ζεστασιά χρειαζόσουν ώστε να μην πάθεις υποθερμία.
Στο κεφάλι σου αντηχούσαν οι φωνές του συνταγματάρχη.
Είχες προθεσμία.
Αποστολή.
Έπρεπε να σώσεις ανθρώπους.
Έφτασες στο νησί. Ανέβηκες τα σκαλιά. Πίσω από τη μάντρα ήταν οι ένοπλοι φρουροί με τις άσπρες στολές. Είχες stealth mission. Έπρεπε να διεισδύσεις στο στρατόπεδο. To radar σου έδειχνε το στίγμα του κάθε εχθρού. Ούτε η ανάσα σου δεν έπρεπε να ακουστεί. Εάν σε έβλεπαν, σήμαινε ότι η αποστολή είχε αποτύχει.
Γυρίζοντας την πλάτη σου, μια κάννη όπλου ήταν στα 10 εκατοστά από το πρόσωπό σου. Ο συναγερμός είχε ηχήσει, κι άλλοι πέντε στρατιώτες σε ακινητοποιούσαν στο έδαφος.
Ξαφνικά συνήλθες. Ήσουν στον καναπέ του σπιτιού σου. Κάθε, μα κάθε φορά πάθαινες το ίδιο πράγμα όταν έπαιζες αυτό το έπος εδώ και 27 χρόνια, από το 1998 ως και σήμερα, είτε στο Playstation 1, είτε στο PC, είτε emulated σε φορητές κονσόλες, είτε στο remake του στο Nintendo GameCube…
Όσες φορές κι αν είχες ασχοληθεί με το συγκεκριμένο παιχνίδι, δεν μπορούσες παρά να θαυμάζεις την μεγαλοφυία του δημιουργού-φαινόμενο που ονομάζεται Hideo Kojima.
Βρισκόμαστε στο 1998. Ήσουν 15 χρόνων, κι είχες να αντιμετωπίσεις τον ηλίθιο φιλόλογό σου στο Γυμνάσιο, την ακμή που έκανε τη μούρη σου σαν ηφαιστειακό τοπίο στη Σελήνη, το bullying που σου έκαναν τα κωλόπαιδα του σχολείου (για το οποίο bullying φυσικά τότε δεν υπήρχε καν λέξη, απλά αν έλεγες ότι σε βαράγαν στο σχολείο, μετά σε βάραγε κι ο πατέρας σου επειδή …σε βάρεσαν στο σχολείο) και τις φακές της μάνα σου, που σε περίμεναν στο σπίτι μετά, ολοκληρώνοντας την ευτυχία σου αυτή!
Ένας φίλος σου που είχε Playstation (μιλάμε για το 1ο, το σωστό, το ορθόδοξο PSX), και σου είπε να έρθετε να παίξετε ΜΕΤΑΛΓΚΗΑΡΣΟΛΙΝΤ.
“Τι είναι πάλι αυτό”, του λες.
Πας σπίτι του, δε σου λέει καν γεια. Βλέπεις έναν τύπο με στολή δύτη να κρύβεται ανάμεσα σε αποθήκες οπλισμού και σπιτάκια στο στρατόπεδο, να κοιτάζει με thermal googles και μέσα από διόπτρα όπλων, και να κάνει έρπινγκ.
Αυτό δεν το είδες στην οθόνη. Δεν ήταν ο Solid Snake που τα έκανε αυτά. Ήταν ο φίλος σου ο Γιώργος.
“Ρε Γιώργο! Κούλαρε λίγο ρε άσε κάτω το όπλο. Εγώ είμαι. Δεν είμαι Ρώσος κατάσκοπος στην Τανγκούσκα”.
Ο άνθρωπος είχε πάθει τέτοια ζημιά από’ το παιχνίδι, που το έπαιζε μετά real time role playing στο δωμάτιο μόνος του.
Αφού ξεκίνησα κι εγώ να παίζω το Metal Gear Solid, μετά από 2 ημέρες ήμουν κι εγώ σαν εκείνον.
“Video games είναι για παιδάκια”, “ακόμα τέτοια παίζεις 40 χρονών” κι άλλα τέτοια. Είχες βαρεθεί 30 χρόνια τώρα να τα ακούς. Η προκατάληψη που υπήρχε σε υπερθετικό βαθμό στα 90s, ελάχιστα είχε μειωθεί εν έτει 2025.
Δε σε ένοιαζε.
Ήταν μια μόνιμη διέξοδός σου από τη φρικτή πραγματικότητα που ζούσες καθημερινά, και το να έχεις 40 χιλιάδες περίπου αγορασμένα παιχνίδια, ενώ εσύ ψυχαναγκαστικά έπαιζες όντας στο comfort zone σου το πολύ 8, ήταν λυτρωτικό, και ήταν κάτι που μια ζωή θα σε γλύτωνε από χάπια, ψυχολόγους και ψυχιάτρους (ό,τι πιο άχρηστο δηλαδή υπάρχει μετά τους σχολικούς τροχονόμους, την κέτσαπ, και την έντεχνη μουσική) και θα σου έδινε τη δυνατότητα να κάνεις πράγματα που στην πραγματική ζωή δεν μπορούσες.
Ναι, δε μπορούσες να κοπανήσεις στη μούρη τον πίθηκα που πέρασε το STOP νωρίτερα εκείνο το πρωί, και παραλίγο να πέσει πάνω σου και μετά σε έβριζε κιόλας, αλλά μπορούσες να σκοτώσεις με headshot από τα 400 μέτρα τον Ρώσο κατάσκοπο που απειλούσε να εξαπολύσει πυρηνικά όπλα στο Metal Gear.
Μερικά άκακα pixels πλήρωναν το ότι δε μπορούσες να δείρεις άνθρωπο στην πραγματική ζωή, μιας και το να είσαι κόπανος, δεν είναι ακόμα ποινικό αδίκημα!
Έπαιζες τη μάχη με τον Psycho Mantis. Κάτι θυμόσουν ότι είχε κάνει εδώ ο Θεός που λέγεται Hideo Kojima. Κάτι που το 1998 το έλεγες την άλλη μέρα στο σχολείο και τα γυμνασιόπαιδα σε κορόιδευαν, αλλά εσύ είχες συγκλονιστεί.
Η μάχη ήταν άνιση, καθώς ο Mantis ό,τι κίνηση του έκανες, την προέβλεπε και την απέκρουε, συνεπώς δεν μπορούσες να τον χτυπήσεις και να τον νικήσεις. Προσπαθούσες, λοιπόν, να θυμηθείς τι πρέπει να κάνεις. Και σου ήρθε η αναλαμπή 30 χρόνια σχεδόν μετά.
Για να τον νικήσεις, έπρεπε να βγάλεις το χειριστήριο του Playstation από την θύρα 1, και να το βάλεις στη θύρα 2, σαν να είσαι ο player 2. Ο Mantis έτσι δεν μπορούσε να διαβάσει το μυαλό σου και να “δει” την επόμενη κίνησή σου όπως έκανε έως τώρα.
Άρχισες, λοιπόν, να τον χτυπάς, και μετά από λίγο τον νίκησες και προχώρησες.
Ήταν από τις πρώτες εφαρμογές του gaming immersion στα χρονικά των video games, σε εκείνο το αριστούργημα που λεγόταν Metal Gear Solid. Ήταν από τις πρώτες περιπτώσεις που ο user αλληλεπιδρούσε κατευθείαν με τον ήρωα, γινόταν ο ίδιος ο ήρωας, αντί απλά να ελέγχει μερικά pixels, σπάζοντας έτσι τον fourth wall (τον 4ο τοίχο).
Στον καναπέ του σπιτιού σου, σε αποσπά απότομα από την ονειροπόληση ο κόκορας από το διπλανό κτήμα (ναι για κάποιο λόγο μέσα στην Αθήνα βρέθηκε ένας κόκορας να υπάρχει κάπου κοντά σου, και δεν το βούλωνε και εύκολα!).
Η ώρα ήταν 6 το πρωί. Μαζί με τον κόκορα σε έκανε να πεταχτείς με το χειριστήριο ακόμα στο χέρι ο θόρυβος από το σκουπιδιάρικο που με κάθε διακριτικότητα και λεπτότητα άδειαζε τους κάδους κάτω από το σπίτι σου, με ήχους που θα ζήλευε επέλαση 3000 Γερμανών στο Γ’ Ράιχ.
Ναι, σε είχε πάρει ο ύπνος παρά το ότι έπαιζες την παιχνιδάρα, καθώς μέσα στην εβδομάδα δεν είχες κοιμηθεί σύνολο ούτε 20 ώρες.
Κάτι τέτοιες ώρες θα προτιμούσες να έμπαιναν από την πόρτα 10 σοβιετικοί τρομοκράτες και να σε απειλούν με τα όπλα τους, παρά να έχεις να ανέβεις τον Κηφισό σε 10 λεπτά, για να φτάσεις στη δουλειά σου μετά από 3 ώρες κίνησης.













