Πάνε δυο εβδομάδες που τελείωσα το βιβλίο της Αλεξάνδρας Στουραΐτη «Η γονεϊκότητα μετά τον χωρισμό» και ενώ στην αρχή είχα τον φόβο ότι δε θα καταλάβω και πολλά από τους νομικούς όρους, η συγγραφέας με διέψευσε πανηγυρικά!
Η Αλεξάνδρα είναι εκείνη η φίλη που στέκεται δίπλα σου και σε συμβουλεύει βήμα-βήμα από το «σημείο μηδέν» στο πώς θα διαχειστείς έναν επικείμενο χωρισμό, χωρίς να πληγώσεις τα παιδιά που βρίσκονται στο ενδιάμεσο.
Μπορεί, αγαπημένε αναγνώστη, ν’ αναρωτηθείς γιατί πρέπει να διαβάσεις το βιβλίο, καθώς ούτε χωρισμένος είσαι, ούτε παιδιά υπάρχουν για να σε προβληματίζουν. Είσαι, όμως, άνθρωπος που αγαπάς, ζεις μέσα στην κοινωνία και ίσως κληθείς να βοηθήσεις έναν φίλο ή έναν άνθρωπο δικό σου που περνά μια τέτοια επώδυνη κατάσταση.
Το ilovers.gr έχει την τιμή να φιλοξενεί την Αλεξάνδρα, συγγραφέα του βιβλίου για το οποίο θα συζητήσουμε σήμερα! Μαζί της, λύνουμε τις δικές σας απορίες σε μια συνέντευξη άκρως κατατοπιστική!
Αλεξάνδρα μου, επίτρεψέ μου να σου μιλάω στον ενικό, μιας και ήδη σε νιώθω άνθρωπο δικό μου. Μόλις έχει κυκλοφορήσει το πρώτο σου βιβλίο από τις Εκδόσεις Αρμός «Η γονεϊκότητα μετά τον χωρισμό– Από τη θεωρία στην πράξη» κι η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να υπήρχε αυτό το βιβλίο, όταν χώριζαν και οι δικοί μου γονείς.
Είσαι δικηγόρος με μεταπτυχιακές σπουδές στις εξαρτήσεις και τετραετή εκπαίδευση στο ψυχόδραμα, καθώς και διαπιστευμένη οικογενειακή διαμεσολαβήτρια! Οπότε είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος να μας μιλήσει για το θέμα «χωρισμός και διαχείριση»!
- Πώς προέκυψε η ιδέα για να γράψεις αυτό το βιβλίο ή καλύτερα αυτή τη σανίδα σωτηρίας για γονείς που παίρνουν την απόφαση ν’ ακολουθήσουν ξεχωριστούς δρόμους στη ζωή;
Σε ευχαριστώ πολύ, Έλενα, για τα καλά σου λόγια! Με τιμούν, πραγματικά. Το βιβλίο αυτό για εμένα αποτελούσε έργο ζωής. Και όπως κάθε έργο ζωής, προκύπτει από το βίωμα.
Όπως αναφέρω ανοιχτά και στο βιβλίο, μεγάλωσα σε μια οικογένεια με ιδιαίτερες δυναμικές, που μου έδωσε την ευκαιρία να βιώσω τη θέση του παιδιού από πολλές πλευρές.
Στη δική μου περίπτωση, βέβαια, το βίωμα ήρθε και υποστηρίχθηκε και από τις σπουδές μου στη Νομική, και από τις μετέπειτα εκπαιδεύσεις στο ψυχόδραμα και στη διαμεσολάβηση.
Επομένως, καταλαβαίνεις ότι το βιβλίο περιλαμβάνει το «απόσταγμα» των γνώσεών μου και της έως τώρα επαγγελματικής μου εμπειρίας, με ένα βαθύ και ειλικρινές νοιάξιμο.
- Πώς πιστεύεις ότι είναι ο καλύτερος τρόπος οι γονείς να επικοινωνήσουν στα παιδιά αυτή τους την απόφαση; Πολλές φορές επιλέγουν να εξηγήσουν αυτό που συμβαίνει μόνο στα μεγαλύτερα, θεωρώντας ότι ένα παιδί νηπιακής ηλικίας δεν καταλαβαίνει αυτή τη συνθήκη. Υπάρχει τρόπος βάσει της εμπειρίας σου;
Τα παιδιά πάντα αισθάνονται ότι κάτι συμβαίνει, ακόμη κι αν δεν τα καταλαβαίνουν διανοητικά επακριβώς. Νομίζω πια οι νεότερες γενιές γονέων αυτό το έχουν εμπεδώσει μέσα από την ίδια την εμπειρία τους. Επομένως, το να κρυβόμαστε από τα παιδιά μας, δεν είναι αποτελεσματικό. Το πολύ-πολύ να τους κάνουμε σε έναν βαθμό gaslighting, με την έννοια ότι τα ίδια θα αισθάνονται πως κάτι έχει αλλάξει ή κάτι πάει στραβά, κι εμείς θα προσπαθούμε να τα πείσουμε πως κάνουν λάθος.
Αυτό βέβαια δεν έχει καλή επίδραση στον ψυχισμό τους, αντίθετα μάλιστα. Άρα οι γονείς χρειάζεται να βρίσκουν το θάρρος να μιλούν στα παιδιά τους, αλλά με τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, να τους μιλούν όχι γιατί οι ίδιοι έχουν ανάγκη να μιλήσουν (για τον σκοπό αυτό ας συζητήσουν με κάποιο φίλο τους), αλλά με στόχο να τους εξηγήσουν και να σταθούν δίπλα τους. Αυτό σημαίνει ότι αποφεύγουμε οποιαδήποτε άσχημη κουβέντα ή κατηγόρια για τον άλλον γονέα, έστω και με σπόντες.
Δεύτερον, να το κάνουν με λόγια και εξηγήσεις που είναι κατάλληλα για την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Στο βιβλίο, για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά σε κάθε περίπτωση οι γονείς μπορούν να συμβουλευθούν έναν ειδικό.
Και τρίτον, να μην σκεφτούν ότι αφού τους μίλησαν και τους εξήγησαν, τώρα η συζήτηση τελείωσε. Το αντίθετο, θα έλεγα. Οι γονείς πρέπει να αφήνουν χώρο στα παιδιά τους, και να τους δημιουργούν μια αίσθηση ασφάλειας πως όποτε χρειαστούν να ξαναμιλήσουν για το θέμα, θα είναι εκεί. Τα παιδιά θα σκεφτούν, θα βιώσουν, και μετά θα επανέλθουν με απορίες, φόβους, νέες σκέψεις – και οι γονείς πρέπει να καταφέρουν να είναι εκεί για αυτά.
- Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι που καλούνται να αντιμετωπίσουν δυο άνθρωποι που χωρίζουν αρχικά;
Το πιο δύσκολο κομμάτι… αυτή είναι μια ερώτηση που ίσως έχει διαφορετική απάντηση σε κάθε περίπτωση. Κάθε χωρισμός είναι διαφορετικός, και οι άνθρωποι επίσης. Επομένως, σε άλλες περιπτώσεις ίσως υπάρχουν βασικές πρακτικές δυσκολίες, όπως το οικονομικό. Ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια χώρα που αντιμετωπίζει μεγάλη στεγαστική κρίση, και βρίσκεται σε οικονομική στενότητα εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
Όταν λοιπόν υφίστανται δυσκολίες επιβίωσης, συνήθως το μυαλό μας εστιάζει εκεί, και όχι σε ψυχολογικές παραμέτρους. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές παύουν να υπάρχουν.
Για παράδειγμα, τα συναισθήματα των γονέων’ συχνά ακόμη και αν είναι οι ίδιοι που ξεκίνησαν τις διαδικασίες του διαζυγίου. Θλίψη, θυμός και ματαίωση, όχι απλά για τα πράγματα που δεν πήγαν καλά, αλλά ακόμα και για τη ματαίωση του ονείρου. Ξέρεις, ο χωρισμός από μια σχέση ζωής χτυπάει βαθιά, γιατί κανείς δεν κάνει παιδιά ούτε παντρεύεται για να χωρίσει…
Το βλέπω και στη δουλειά μου συχνά, οι άνθρωποι βιώνουν περίπλοκα πράγματα, και μάλιστα όχι μόνο τους πρώτους μήνες του χωρισμού, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και χρόνια αργότερα. Ιδίως αν η σύγκρουση βαθύνει, με πολλά δικόγραφα να πηγαινοέρχονται, διαρκή δικαστήρια, άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντος να εμπλέκονται… όλα αυτά επιτείνουν τη δυσκολία και για τις δύο πλευρές, ακόμη και για την πλευρά που «κερδίζει», δηλαδή.
Και κάπως έτσι τα παιδιά (για τα οποία και γίνονται όλα αυτά τα δικαστήρια, μην ξεχνάμε…) βρίσκονται να έχουν και τους δύο γονείς δυσκολεμένους. Αυτό είναι που δε θέλουμε. Και αυτό είναι που προσπαθούμε να μετατοπίσουμε σε μια διαμεσολαβητική διαδικασία.
- Σε έναν χωρισμό, το κυρίαρχο συναίσθημα που επικρατεί είναι ο θυμός. Πώς οφείλουν να το διαχειρίζονται; Υπάρχει κάποιος πρακτικός τρόπος, όταν ακόμα ο χωρισμός πονά;
Μου αρέσει πολύ η ερώτησή σου, γιατί φωτίζει μια σοβαρή πτυχή του θυμού χωρίς να χρειάζεται να τη φωτίσω εγώ! Ότι θυμώνουμε επειδή κάτι μας πονάει. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το θυμόμαστε στις στιγμές της κρίσης, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να το δούμε εκείνη τη στιγμή. Ας το γνωρίζουμε, κι ας μένουμε ανοιχτοί να το δούμε σε δεύτερο χρόνο.
Δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να «ξε-θυμώσω», αλλά σίγουρα μπορώ να νιώθω θυμό χωρίς να ταυτίζομαι μαζί του. Να μένω ανοιχτός να δω αργότερα τι είναι αυτό που τώρα δεν μπορώ να δω. Και με αυτήν την αφετηρία, νομίζω απαντώ ουσιαστικά και στην ερώτηση. Άλλωστε, αυτό προσπαθώ να κάνω και μέσω του βιβλίου μου. Να σταθώ δίπλα στους ανθρώπους, και στις μαμάδες και στους μπαμπάδες, και να τους «συνοδεύω» στις στιγμές της κρίσης.
Εκ του ρόλου μου ως διαμεσολαβήτριας, και με την ψυχοδραματική φιλοσοφία που υιοθετώ, έχω διαπιστώσει πολλές φορές ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να δώσω σε έναν άνθρωπο ώστε να μπορέσει να ανέβει πάνω από τη σκιά του. Δηλαδή να μπορέσει να υπερβεί την όποια περιοριστική του αντίληψη, την όποια άποψη τρίτου ανθρώπου που ίσως έχει εσωτερικεύσει, το όποιο συναίσθημα που ίσως κάποτε να τον είχε «καταπιεί», και να κάνει το επόμενο βήμα δημιουργώντας την νέα κατεύθυνση της ζωής του.
- Τι συναισθηματικές προεκτάσεις έχει στα παιδιά ο χωρισμός των γονιών τους και ποια είναι τα βήματα που πρέπει να ακολουθούν οι γονείς σε μόνιμη βάση μεταξύ τους ώστε να βοηθήσουν στην ομαλή μετάβαση;
Α, αυτό θα μπορούσε να είναι αντικείμενο διδακτορικής διατριβής! (γέλια). Καταρχάς, να πούμε εδώ ότι ο χωρισμός καθαυτός δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε κάποια αναπόφευκτη βλάβη στον ψυχισμό του παιδιού. Είναι λάθος να το βλέπουμε έτσι και να τρέμουμε! Άλλωστε, δεν θέλουμε γονείς που θα είναι γεμάτοι ενοχές οι οποίες θα τους ακινητοποιούν.
Ένας χωρισμός μπορεί να είναι ένα ακόμη στάδιο της ζωής, όπως τόσα και τόσα άλλα που τα παιδιά αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσουν στη ζωή τους (μια απώλεια, μια σχολική αποτυχία, μια ερωτική απογοήτευση).
Όμως, προσοχή: θέλουμε το βλέμμα σταθερά προσανατολισμένο σε αυτό που και ο νόμος ορίζει -το λεγόμενο «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού». Όχι στα δικαιώματα των γονέων, ούτε σε μια θυματοκεντρική θεώρηση του εαυτού μας.
Με βάση αυτά, να πω ότι στο βιβλίο αναλύονται και ο συναισθηματικός δεσμός των παιδιών και η επίδραση που μπορεί να έχει σε αυτόν μια κακή διαχείριση του διαζυγίου. Επίσης, οι γονείς μπορούν να βρουν πολλές σελίδες γεμάτες με μικρές, πρακτικές συμβουλές για καταστάσεις που προκύπτουν στην καθημερινότητα.
Πραγματικά, ο στόχος μου ήταν όταν κάτι συμβαίνει και τα συναισθήματα έχουν φουντώσει, να μπορεί ο γονιός ακόμα και τυχαία να ανοίξει το βιβλίο και να διαβάσει μισή σελίδα (γιατί ποιος έχει παραπάνω χρόνο;) και αυτό να μπορεί να του δώσει μια διαφορετική προοπτική… χωρίς να του χαϊδεύει τα αυτιά σε βάρος του παιδιού του, όμως!
- Στο βιβλίο σου αναφέρεις ότι η επικοινωνία μεταξύ των πρώην συντρόφων είναι βασικός παράγοντας. Τι γίνεται, όμως, όταν η μια πλευρά αρνείται να έρθει σε συμφωνία; Πώς διαχειριζόμαστε μια τέτοια κατάσταση και πώς το εξηγούμε στα παιδιά ότι πχ ο ένας γονιός είναι σε μια κατάσταση που δε θέλει να επικοινωνήσει με το παιδί, καθώς προφανώς οι προσωπικές διαφορές με τον άλλον γονέα επηρεάζουν την γενικότερη οικογενειακή σχέση;
Αναφέρεσαι σε διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις… Και είναι λογικό, γιατί κι εγώ μπορώ από την επαγγελματική μου πείρα να επιβεβαιώσω ότι συχνά τα πράγματα συμβαίνουν παράλληλα. Όμως είναι ένα τελείως διαφορετικό πράγμα το ότι ο άλλος γονέας δεν μοιάζει να συμφωνεί μαζί μου σε ό,τι κι αν προτείνω. Και είναι τελείως διαφορετικό το να μην επικοινωνεί με το παιδί του.
Έστω και αν αυτά τα δύο συχνά είναι συγκοινωνούντα δοχεία, δεν παύει να αφορούν δύο διαφορετικές σχέσεις. Τη σχέση μεταξύ των δύο γονέων στην πρώτη περίπτωση, και τη σχέση του ενός γονέα με το παιδί στην άλλη.
Βεβαίως, όπως ανέφερα, οι καταστάσεις σπάνια είναι μονοσήμαντες. Χρειάζεται σίγουρα κάτι να αλλάξει στη δυναμική της επικοινωνίας για να βγει όλο το οικογενειακό σύστημα από τον φαύλο κύκλο που περιγράφεις. Αυτό το «κάτι» είναι διαφορετικό σε κάθε περίπτωση, και σχετίζεται με όλο το ιστορικό του χωρισμού και όσων μεσολάβησαν.
- Θα ήθελες να μας εξηγήσεις τι είναι ο οικογενειακός διαμεσολαβητής και πώς μπορεί να βοηθήσει ενεργά σε έναν χωρισμό;
Ο διαμεσολαβητής είναι ειδικά καταρτισμένος επαγγελματίας, διαπιστευμένος μετά από εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο ρόλος του αναλύεται και στο βιβλίο, σε μια προσπάθεια παρουσίασης της διαμεσολάβησης στο ευρύ κοινό. Η διαμεσολάβηση είναι μια εξωδικαστική προσπάθεια να καταλήξουν οι δυο πλευρές σε συμφωνία. Υπάρχει στον νόμο μας από το 2010, και ήδη έχει βοηθηθεί πολύς κόσμος.
Τι συμβαίνει στην πράξη: ορίζεται ένα ραντεβού με τον διαμεσολαβητή, που έχει εκπαιδευτεί σε τεχνικές επικοινωνίας και επίλυσης συγκρούσεων, όπου τα μέρη (όχι ο δικαστής) αποκτούν τον πρώτο λόγο. Η συμφωνία που συνδιαμορφώνεται από τα δύο μέρη εντός διαμεσολάβησης μπορεί να αποκτήσει ισχύ δικαστικής απόφασης – αυτό που εμείς οι δικηγόροι ονομάζουμε εκτελεστότητα.
Έτσι, οι δυο γονείς σε πολύ σύντομο χρόνο, χωρίς αναβολές και πολύμηνες αναμονές, μπορούν να έχουν στα χέρια τους το συμφωνητικό τους, με βάση το οποίο θα προχωρήσουν τη ζωή τους σε ένα τοπίο πολύ πιο ξεκάθαρο.
Και μάλιστα, σε μια διαμεσολάβηση μπορούν να επιλυθούν ζητήματα για τα οποία απαιτείται να γίνουν διαφορετικά δικαστήρια! Αυτό πρακτικά σημαίνει λιγότερα έξοδα, λιγότερος χρόνος, και πάνω απ’ όλα: λιγότερες εντάσεις μεταξύ των γονέων. Τίθενται επί τάπητος δηλαδή όλα τα ζητήματα που χρειάζεται να αναδιαμορφωθούν: επιμέλεια, επικοινωνία, διατροφή, οικογενειακή στέγη, κοινή περιουσία και χρέη.
Επίσης, τα μέρη μπορούν να εκφράσουν τους προβληματισμούς και τις αγωνίες τους χωρίς κανείς να τους παίρνει τον λόγο. Ο διαμεσολαβητής βεβαίως διαχειρίζεται τον χρόνο ώστε να υπάρχει δυνατότητα να συζητηθούν όσα χρειάζεται να επιλυθούν, και μιλάει με τα μέρη τόσο σε κοινές συναντήσεις, όσο και ξεχωριστά.
Τώρα, για τα ζευγάρια που έχουν ήδη χωρίσει και έχει φτάσει η ώρα να αναδιαμορφωθούν τα πράγματα, η χρησιμότητα της διαμεσολάβησης είναι εμφανής. Αντί να μπουν σε νέες δικαστικές διαμάχες, μπορούν να επιλύσουν όλα τα ζητήματα που έχουν ανακύψει εντός μιας διαμεσολαβητικής διαδικασίας.
- Γράφεις κάτι πολύ σημαντικό στο βιβλίο σου: Πως καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά, αλλάζουν και οι ανάγκες τους. Σε αυτή την περίπτωση οι γονείς θα πρέπει να έρθουν σε μια μεταξύ τους συνεννόηση για ν’ αναθεωρήσουν το γονεϊκό τους πλάνο. Γιατί είναι τόσο απαραίτητο;
Μα είναι προφανές –τα παιδιά μεγαλώνουν, οι συνθήκες και οι ανάγκες αλλάζουν, άρα για να είναι καλά τα παιδιά, θα πρέπει το πλάνο να «ανανεώνεται». Δεν είναι «μια κι έξω», δεν ξεμπερδεύω έτσι. Κι όσο πιο νωρίς το καταλάβω αυτό, τόσο λιγότερο θα συγχύζομαι κάθε φορά που θα πρέπει να ξανασυζητηθεί το πλάνο. Είτε το συζητήσουν οι γονείς κατ’ ιδίαν, είτε μπουν σε διαμεσολάβηση, είτε αναλάβουν οι δικηγόροι τους να συντάξουν το επόμενο δικόγραφο.
Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, αν ξέρω ότι είναι απολύτως φυσιολογική εξέλιξη, είναι λιγότερο πιθανό να παρεξηγηθώ που ο πρώην σύντροφος «ταράζει» την προηγούμενη ηρεμία. Μπορεί να ήθελα να είναι αλλιώς τα πράγματα. Αλλά αν ξέρω από πριν ότι είναι έτσι, θα γνωρίζω και εξαρχής περίπου πώς θα είναι διαμορφωμένος ο δρόμος, οπότε θα είμαι προετοιμασμένος.
- Επηρεάζει τη διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας του παιδιού ένας χωρισμός; Πόσο βαθιά μπορεί να γράψει μέσα του;
Όλα εξαρτώνται από τη διαχείριση του χωρισμού από τους γονείς του. Χωρίς να ζητάμε να γίνουν υπεράνθρωποι, υπάρχουν κάποια βασικά σημεία–κλειδιά που αν τηρηθούν, το βίωμα του χωρισμού για τα παιδιά θα γίνει σίγουρα λιγότερο δύσκολο. Από εκεί και πέρα, αν οι γονείς κάνουν και ένα βήμα ακόμα και καταφέρουν να αποφύγουν τις δικαστικές διαμάχες που κρατούν για χρόνια, το παιδί θα το βιώσει ακόμα πιο εύκολα.
Δεν αναφέρομαι στις ακραίες καταστάσεις, έτσι; Δεν πιάνω το κομμάτι της βίας παρά μόνο στη συναισθηματική και τη λεκτική της μορφή. Που είναι πολύ βαριά επίσης, να τονίσουμε, η συναισθηματική και η λεκτική βία, ακόμα και για έναν ενήλικα –πολύ περισσότερο για τα παιδιά. Αυτό προσπαθούμε να προλάβουμε με το βιβλίο.
Συχνά πάνω στο θυμό ή την απόγνωσή μας δεν συνειδητοποιούμε τον αντίκτυπο όσων λέμε, κι αυτό είναι κάτι που έχω δει πολλές φορές στη δουλειά μου. Αυτό ήθελα να είναι το βιβλίο: ένας συνοδοιπόρος για τους γονείς ώστε να στέκονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο δίπλα στα παιδιά τους.
- Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να διαχειριστεί το γεγονός πως ο ένας γονέας προχωρά τη ζωή του με έναν νέο σύντροφο; Τι μπορεί να κάνει καθένας από τη θέση του για να το επικοινωνήσει σωστά, ώστε να αποφευχθούν οι συγκρούσεις και η άρνηση;
Είναι δύσκολο να δώσω συγκεκριμένη απάντηση, γιατί εξαρτάται από τα εμπλεκόμενα άτομα, τον βαθμό ωριμότητάς τους (γονέων και παιδιών), την ιδιοσυγκρασία τους, αλλά και – θα τολμούσα να πω – το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον χωρισμό.
Όλοι έχουμε δει ή ακούσει περιπτώσεις που ο γονέας απαιτεί από το παιδί να αποκαλεί τον νέο σύντροφο «μαμά» ή «μπαμπά». Έχουμε δει γονείς να συζούν με τον ή την νέα σύντροφο πριν καν την έκδοση του διαζυγίου. Έχουμε δει όμως και ετεροθαλή αδέλφια να αποτελούν πραγματικό στήριγμα το ένα για το άλλο στην πορεία της ζωής τους, και νέους συντρόφους να γίνονται όντως γονείς – μπόνους.
Δηλαδή η ζωή του παιδιού να εμπλουτίζεται από την παρουσία τους, χωρίς να νιώθει ο γονιός «απειλή» από την ύπαρξη του νέου συντρόφου στη ζωή του άλλου γονέα και του παιδιού.
Είναι εύκολο ή απλό;
Σίγουρα όχι. Είναι εφικτό; Απολύτως!
- Ποιο είναι το πιο συχνό και δύσκολο πράγμα που καλείσαι να αντιμετωπίσεις όταν χωρισμένα ζευγάρια απευθύνονται σε εσένα για βοήθεια;
Όταν μιλώ με πρώην συντρόφους στο πλαίσιο οικογενειακής διαμεσολάβησης, έχω παρατηρήσει το εξής: οι δυο πλευρές είναι πολύ πιθανότερο να είναι αισιόδοξες ότι μπορούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία όταν είναι στα πρώτα στάδια του χωρισμού.
Αντίθετα, όταν έχουν μεσολαβήσει χρόνια δικαστικών μαχών, η αίσθηση αυτή μειώνεται. Το πλέον σύνηθες είναι να μου λένε και οι δύο πλευρές το ίδιο πράγμα ο ένας για τον άλλον: «ωραία τα λες, και μακάρι να γινόταν, αλλά ο/η πρώην μου δεν είναι καθόλου συνεννοήσιμος/-η, αποκλείεται να καταλήξουμε σε συμφωνία!».
Τι μας λέει αυτό; Μας λέει ότι οι πρώην σύζυγοι ή σύντροφοι, δυο άνθρωποι που ερωτεύτηκαν και αγάπησαν ο ένας τον άλλον, έχουν αναδιαμορφώσει την εικόνα που έχουν για την άλλη πλευρά μέσα από το πρίσμα μιας αέναης σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης δηλαδή που ξεκίνησε από το διαζύγιο (ή και πιο πριν), και δεν έχει σταματήσει εδώ και χρόνια.
Είμαι δικηγόρος και πριν τη διαμεσολάβηση είχα ασχοληθεί κατά κόρον με το οικογενειακό δίκαιο. Γνωρίζω από πολλές πλευρές τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα της δικαστικής ρύθμισης ορισμένων καταστάσεων, και τιμώ και σέβομαι τους συναδέλφους που πράττουν το καλύτερο σε πραγματικά δύσκολες συνθήκες.
Οι καλύτεροι και πιο δυνατοί δικηγόροι όμως θα σας πουν το ίδιο πράγμα: «μακάρι αυτή η υπόθεση να έκλεινε εξωδικαστικά, δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν αν πάνε στο δικαστήριο». Συχνά το λένε και στους πελάτες τους μπροστά μου. Υπάρχει όμως ακόμα στην Ελλάδα μια διάχυτη ανασφάλεια.
Χρειάζεται να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και φυσικά τον δικηγόρο μας, ότι θα υπερασπιστούμε τα συμφέροντά μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ακόμα και σε μια διαμεσολάβηση, ή σε μια εξωδικαστική συζήτηση. Δεν μας χρειάζεται η απόφαση ενός δικαστή για να νιώσουμε δικαίωση.
Στο δικαστήριο δεν θα ακουστούμε όπως έχουμε ανάγκη, το δικαστικό σύστημα δεν φτιάχτηκε για αυτό. Τη δικαίωση θα τη δημιουργήσουμε και θα τη νιώσουμε εμείς οι ίδιοι, με την πορεία της ζωής μας, και με τα θετικά αποτελέσματα στα παιδιά μας.
- Ποια είναι η συμβουλή που θα ήθελες να μοιραστείς με ανθρώπους που αυτή τη στιγμή βρίσκονται προ της απόφασης ενός χωρισμού;
Εκτός από το να διαβάσουν το βιβλίο μου; (γέλια). Έχω ήδη πει τόσα πολλά… Θα έμενα σε αυτό που ανέφερα νωρίτερα, να αντιληφθούν και να αποδεχτούν εξαρχής ότι ο χωρισμός είναι μια διαδικασία. Θα χρειαστεί να επανέλθουν στο μέλλον σε κάποια πράγματα ώστε να καλύπτονται οι εκάστοτε ανάγκες του παιδιού. Ως τότε, κάθε πρώην ζευγάρι θα έχει συνδιαμορφώσει μια δική του «κουλτούρα» επίλυσης των διαφορών του.
Η κουλτούρα αυτή θα καθορίσει και το πώς θα διαχειριστούν την κατάσταση όταν στο μέλλον πρέπει η συμφωνία τους να αναδιαμορφωθεί. Θα έχουν δημιουργήσει μια κουλτούρα ανεύρεσης λύσεων; Ή μια κουλτούρα αλληλοκατηγόριας; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε ότι όλα εξαρτώνται από το πώς ήταν η σχέση τους ως ζευγάρι.
Προφανώς για να χωρίσουν, κάτι δεν κατάφεραν να επιλύσουν. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όμως, η κουλτούρα αυτή αλλάζει, γιατί η δυναμική αλλάζει. Εμπλέκονται κι άλλοι άνθρωποι, επαγγελματίες (δικηγόροι κλπ), δικαστηριακές διαδικασίες, έγγραφα – τίποτα δε μένει το ίδιο. Τότε είναι η στιγμή που θα χτίσουν τις νέες βάσεις πάνω στις οποίες θα αναδιαμορφωθούν οι οικογενειακές σχέσεις. Ας τις χτίσουν όσο πιο γερές μπορούν!
- Τελικά τα παιδιά χωρισμένων γονέων μπορούν να είναι χαρούμενα παιδιά;
Μα και βέβαια! Και χαρούμενα, και ισορροπημένα, και με πολύ όμορφες παιδικές αναμνήσεις, και με υγιείς σχέσεις ζωής!
- Σε ευχαριστούμε πολύ αγαπημένη μας για την όμορφη συζήτηση!
Κι εγώ ευχαριστώ πολύ κι εσένα και τους αναγνώστες!
(Συνέντευξη από την Έλενα Φλώρου για τα Ink Stories και το ilovers.gr)
Το βιβλίο της Αλεξάνδρας Στουραΐτη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αρμός το βρίσκετε εδώ!













