Gamer, πεϊνιρλί και Resident Evil – και ξαφνικά, γυναίκα και παιδιά να του αλλάζουν όλα τα levels. Αυτή είναι η ιστορία ενός έρωτα… αλλιώς.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις, ΔΕΝ είναι συμπτωματική.
Το παρακάτω δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, αλλά μιας υπέροχης πραγματικότητας.
Η ώρα μόλις πήγε 00:00. Έξω πίσσα σκοτάδι. Ησυχία δεν υπήρχε, αν και πλέον το να ακούει 47 μηχανάκια ανά 10 λεπτά να περνούν, το είχε συνηθίσει και είχε φτάσει να το θεωρεί ησυχία.
Στο διπλανό δωμάτιο άκουγε δυο υπέροχες ανασούλες που ρυθμικά αντηχούσαν στο σκοτάδι. Δίπλα του, στο ίδιο κρεβάτι, μια άλλη υπέροχη ανάσα τάραζε όμορφα τα κύματα της θάλασσας, της γαλήνης του.
Πριν μια ώρα είχε ξυπνήσει από το κλάμα του μικρού. Για δεύτερη φορά από την ώρα που κοιμήθηκε.
Σηκώθηκε αφήνοντάς την να κοιμηθεί. Αν και για την ακρίβεια, σηκώθηκε απ’ τον καναπέ στον οποίο έπαιζε PS5, άρα δεν είχε και μεγάλη απόσταση να καλύψει.
Θυμήθηκε τα χρόνια πριν την γνωρίσει. Το σπίτι ήταν το ίδιο. Ή κι όχι.
Τότε, είχε έναν καναπέ.
Ένα γραφείο με τον υπολογιστή του.
Μια τηλεόραση της κακιάς ώρας.
Ένα κρεβάτι να κοιμάται.
Αυτά.
Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Ή έτσι νόμιζε.
Η ζωή του περιοριζόταν στο να βλέπει Lost, τη μια σεζόν μετά την άλλη σχεδόν όλη τη νύχτα. Μετά πήγαινε στις οχτώ το πρωί στον φούρνο, για να πάει να κοιμηθεί σαν ζώο, αγκαλιά με δυο πεϊνιρλί μπέικον.
Κατά τις τρεις το μεσημέρι που θα ξυπνούσε, θα έπαιζε Farmville και Castleville στον υπολογιστή (μιλάμε για το 2012…) φτιάχνοντας μια φραπεδάρα σε ποτήρι μεγέθους υδραγωγείου, που μπορούσε να παρέχει ύδρευση σε μια μικρή πόλη.
Ύστερα θα έπαιρνε από γνωστή πιτσαρία της Νέας Σμύρνης το default μεσημεριανό combo: μια πίτσα XL, μια μακαρονάδα κι ένα κρουασάν σοκολάτα, μαζί και μια coke light για τη σιλουέτα.
Τρίωρη σιέστα για να στρώσει επιδερμίδα και repeat.
Φυσικά δε δούλευε, καθώς αντιμετώπιζε δυσκολία στο να βρει δουλειά η οποία να κάνει fit σ‘ αυτό το άκρως δημιουργικό daily schedule.
Ποιος άλλωστε δε θα ήθελε να προσλάβει έναν απόφοιτο ΤΕΙ μιας πόλης που θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο του Β’ Παγκόσμιου πολέμου; Ουρές έκαναν οι HRάδες να τον προσλάβουν, μην και χάσουν τέτοιο κελεπούρι!
Να σημειώσουμε εδώ ότι μέσα σ‘ όλο αυτό το έργο που θα μπορούσε να λέγεται «Πώς να τα ξύνετε με τσουγκράνα, όντας 27 χρονών μαντράχαλος, με μόνο σας εφόδιο μια καρέκλα και μια σύνδεση internet» είχε μια κλίση να παίζει drums, και μάλιστα θεωρούνταν και καλός. Έπαιζε σε συγκρότημα κι έδινε και συναυλίες.
Η μόνη λογική εξήγηση για αυτό θα ήταν ότι ο Θεός όταν τον έφτιαχνε, εκεί που βαριόταν και του πέταγε ό,τι κακοτεχνία περίσσευε, του έδωσε κατά λάθος κι ένα ταλέντο.
Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να μπορεί να του λέει και κάπου–κάπου κάποιος έναν καλό λόγο. Έτσι για να σπάει η μονοτονία και να μην τον θεωρούν όλοι άχρηστο.
Ενώ σκεφτόταν την υπερεπιτυχημένη ζωή του (not) ως τώρα, το μυαλό του πήγε 13 χρόνια πριν, ένα καυτό βράδυ του Ιουλίου, την ημέρα των γενεθλίων του.
Ο καύσωνας ήταν λες και είχε φυσική υπόσταση πλέον. Λίγο ακόμα και θα είχε δικό του ΑΜΚΑ και ΑΦΜ.
Τον είχαν ΠΡΗΞΕΙ οι band mates του, να πάνε μετά την πρόβα να πιούν καμιά μπίρα σ‘ ένα γνωστό μεταλλάδικο στο Γκάζι, ακούγοντας Maiden από άθλια ηχεία. Το πάτωμα είχε αλλάξει χρώμα από τον εμετό των ροκάδων του σαββατοκύριακου, που τους άφησε η μαμά τους να βγουν με μπλούζα AC/DC κάτω απ‘ το πουκάμισο, μπας και βρέξουν κι αυτοί κάποτε.
«Ε, ας πάω», σκέφτηκε.
Έτσι κι αλλιώς είχε κολλήσει μια εβδομάδα σ‘ ένα boss στο Resident Evil 4, για το οποίο ήθελε πραγματικά να γνωρίσει τον developer που το σχεδίασε, ώστε να τον ρωτήσει τι σκατά είχε πάει τόσο λάθος στη ζωή του! Το ζόμπι, σημειωτέον, μπορούσε να σε σκοτώνει από τα πέντε μέτρα μακριά, λες κι είχε φάει τζατζίκι σε ταβέρνα στην Χασιά.
Εκεί, λοιπόν, που ήταν στο stand ορθάδικο τραπέζι –λόγω του ύψους τού έφτανε στην κοιλιά κι από το σκύψιμο κόντευε να πάθει κύφωση– μια φίλη απ‘ την παρέα έρχεται και του λέει «να σου γνωρίσω την όμορφη φίλη μου».
Πριν τη δει, η πρώτη του σκέψη ήταν «τι κομοδίνο θα δούμε πάλι», καθώς η επιτυχία του συνοικεσίου και το γούστο της φίλης δεν ήταν και από τα δυνατά της σημεία.
Το καταλάβαινε κανείς κι από την επιτυχία στις στιλιστικές της επιλογές: το μπουφάν της είχε κάπου 7000 καρφιά κι ένα από αυτά έσκασε κάτι μπαλόνια από το promo stand της Jagermeister στην είσοδο του μαγαζιού, καθώς έμπαινε.
Γυρίζει το κεφάλι του και τη βλέπει.
Το πρώτο που είδε ήταν δυο υπέροχα καστανά μάτια που ξεπρόβαλλαν χαμογελαστά μέσα από μελαχρινές αφέλειες. Ένα χλωμό πρόσωπο, πανέμορφο από τη μια, γεμάτο σοφία αλλά και μια ένδειξη πόνου γύρω από τα μάτια της. Σαν να είχε περάσει πράγματα που πολλοί δεν τα έχουν περάσει.
«Χρόνια πολλά» του είπε, και του συστήθηκε.
Ο χρόνος σαν να σταμάτησε. Μια αίσθηση λες κι ήταν ο Flash στο multiverse, σαν να πήγαιναν όλοι και όλα πιο αργά. Οι σερβιτόρες, ο μπάρμαν, ο DJ (ο οποίος μια χαρά τον βόλευε να ακούσει το raining blood πιο αργά, στη μισή ταχύτητα, για να μπορέσει να κάνει την αλλαγή στο επόμενο)
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί συνέβαιναν όλα αυτά. Λογικά δεν ήταν από τον πατσά ποδαράκι που είχε φάει το μεσημέρι, ούτε από την μπιφτεκόπιτα pirelli, που είχε φάει για πρωινό.
Δεν πίστευε σε έρωτα με την πρώτη ματιά κι άλλα τέτοια τσουτσουφρούτσου, αλλά, διάολε, τι ήταν αυτό που συνέβαινε τώρα;
Τα γενέθλιά της ήταν το προηγούμενο βράδυ, αλλά είχε βγει απόψε να γιορτάσει μια ημέρα μετά.
Όλο το βράδυ τον κυνηγούσε παίζοντας γύρω απ‘ το τραπέζι -δήθενα για να του πιεί την μπίρα. Ένα σκηνικό σαν τον Παπαμιχαήλ και τη Βουγιουκλάκη που κυνηγιούνταν στα πουρνάρια.
Χωρίστηκαν ξημερώματα, κάπου στις εφτά το πρωί και, σαν ρομαντική ψυχή που ήταν, της πρότεινε να πάνε για after σ’ ένα μερακλή φούρναρη στον Πειραιά. Ήταν εκείνη η ώρα που έβγαζε κάτι brioche λουκάνικο Ολυμπιακών διαστάσεων.
Εκείνη αρνήθηκε. Δεν ήθελε να του δώσει παραπάνω θάρρος από το πρώτο βράδυ γνωριμίας.
Σαν μοναχικός cowboy πήγε, και το μόνο που γλίτωσε από τα σαγόνια του, ήταν ο φούρναρης.
Σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς μασούλαγε. Δεν ήταν δυνατόν μια τόσο όμορφη κοπέλα να προσέξει κάποιον σαν εκείνον. Εκείνον που ήταν σαν διασταύρωση Bigfoot με Golum.
Να είχε σταμπάρει κάποιον άλλον και μετά να ντράπηκε να κάνει πίσω; Ή μήπως είχε χάσει κάποιο στοίχημα κι έπρεπε να πληρώσει το τίμημα με τον χειρότερο στο μαγαζί;
Ίσως πάλι κάποιος να είχε απαγάγει κάποιον δικό της και να την απείλησε λέγοντας «Μίλα στον ψηλό, αλλιώς θα πέσει πάνω σου η κατάρα του Βραχμαπούτρα».
Δεν μπορούσε να ξέρει.
Όταν το επόμενο πρωί του έστειλε μήνυμα στο Messenger, το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό του ήταν πως κάποιος κρατά την γάτα της όμηρο.
Όμως εκείνη του ζήτησε να βρεθούν ξανά σύντομα.
Ξαφνιασμένος, άρχισε να τρέχει στο οικοδομικό τετράγωνο, τσεκάροντας όλους τους φούρνους της γειτονιάς. Περίεργο! Δεν είχε πέσει κανένας! Ήταν όλοι εκεί, στη θέση τους.
Κι ύστερα από αυτό… Τα στάδια διαδέχονταν το ένα το άλλο.
Dating.
Σχέση.
Γάμος.
Προσπάθειες ν’ αποκτήσουν παιδιά και συνεχής αγώνας επιβίωσης ανάμεσα σε άθλιες δουλειές που ίσα-ίσα έφερναν έναν αξιοπρεπή μισθό. Αθροιστικά.
Μετά από πολλούς κόπους κι αγώνες δυο υπέροχα παιδιά να κοιμούνται στο διπλανό δωμάτιο.
Κι από εκείνη τη μέρα που του χαμογέλασε σ’ εκείνο το μαγαζί, μέχρι το σημείο που άκουγε την ανάσα της δίπλα του, πέρασαν 13 χρόνια γνωριμίας και 11 χρόνια έγγαμης ζωής.
Η ζωή του άλλαξε κατά 180 μοίρες.
Το σπίτι ήταν πλέον σπίτι, κι όχι μέρος να ακουμπά το κουφάρι του και να εξάγει διοξείδιο του άνθρακα.
Το φαγητό δεν ήταν πια μια προσπάθεια να πνίξει αυτόν και τη ζωή του μαζί, αλλά μια βιολογική ανάγκη που έπρεπε να καλυφθεί, ώστε να είναι καλά για εκείνον και για όσα μοιράζονταν μαζί.
Ο αέρας πια δεν ήταν για να τον κρατάει σε safe mode λειτουργία, αλλά για ν’ αναπνέει.
Δεν ήταν μόνος πλέον. Τολμούσε να πει πως τώρα ήταν ευτυχισμένος.
Όταν αρμενίζεις στη θάλασσα της προσποιητής ευτυχίας, δεν υπάρχει κύμα. Είναι λάδι. Όταν όμως σου ταράξει τα νερά αυτό που περίμενες όλη σου τη ζωή, μέσα από την τρικυμία, θα βρεις πνοή και νόημα.
Η ώρα είχε πάει 6:35 το πρωί.
Ώπα! Παρά κοιμηθήκαν σήμερα!
Ξύπνησε με μια μικρή πατούσα στη μούρη και άλλη μία λίγο μεγαλύτερη στο κεφάλι του.
Μια γλυκιά φωνή δίπλα του σιγοψιθύρισε νυσταγμένα «Έχει κάνει κακά ο μικρός, πρέπει να τον αλλάξουμε».
«Καλημέρα, ματάκια μου» της είπε τρυφερά.
«Χρόνια μας πολλά!»













