Δεν ξέρω πότε ακριβώς συνέβη. Πότε άρχισα να σε βάζω πάνω από μένα. Στην αρχή έλεγα πως είναι απλώς έλξη. Μια καψούρα που θα περάσει. Ένα συναίσθημα που θα κάνει τον κύκλο του και θα φύγει, όπως έρχονται όλα.
Αλλά δεν έφυγε. Αντίθετα, ρίζωσε μέσα μου σιωπηλά. Σαν κάτι που μεγαλώνει χωρίς να το καταλαβαίνεις μέχρι να γίνει πολύ μεγάλο για να το ξεριζώσεις.
Και κάπου εκεί έχασα τον έλεγχο. Άφησα πίσω τις άμυνες που είχα χτίσει χρόνια. Άφησα πίσω τις υποσχέσεις που είχα δώσει στον εαυτό μου ότι δε θα αφήσω ποτέ κανέναν να με κάνει να ξεχάσω ποια είμαι.
Γιατί όταν σε γνώρισα, κάτι μέσα μου αποφάσισε να παραδοθεί. Σου έδωσα χρόνο που δεν περίσσευε. Σκέψεις που δεν είχα μοιραστεί ποτέ. Σιωπές που κρατούσα για μένα.
Και κυρίως σου έδωσα την καρδιά μου — εκείνη την καρδιά που κάποτε ορκιζόμουν ότι θα προστατεύω πάντα.
Μου λένε να κρατήσω λίγη αξιοπρέπεια. Να μη δίνω τόσα πολλά. Να μη γίνομαι τόσο δεδομένη. Αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει ν’ αγαπάς έτσι.
Όταν αγαπάς έτσι, δε σκέφτεσαι πώς φαίνεσαι. Δε σκέφτεσαι αν εκτίθεσαι. Δε σκέφτεσαι αν πληγώνεσαι.
Σκέφτεσαι μόνο πόσο βαθιά έχει μπει ο άλλος μέσα σου. Κι εσύ μπήκες πολύ βαθιά.
Έχω βρεθεί να σε περιμένω σαν να εξαρτάται η μέρα μου από ένα μήνυμά σου. Να κοιτάω το κινητό σαν χαμένη, ελπίζοντας ότι θα εμφανιστεί το όνομά σου. Έχω βρεθεί να ψάχνω στο βλέμμα σου ένα σημάδι.Μια μικρή απόδειξη ότι κάπου μέσα στον κόσμο σου υπάρχω κι εγώ.
Και κάθε φορά που λέω ότι πρέπει να μαζευτώ, ότι πρέπει να κρατήσω κάτι για μένα…σε βλέπω. Και όλα όσα είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου γκρεμίζονται.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που απλώς περνούν από τη ζωή σου. Και υπάρχουν κι εκείνοι που όταν τους αγαπήσεις, δεν υπάρχει επιστροφή.
Εσύ είσαι από αυτούς.
Δεν ξέρω αν είναι σωστό. Δεν ξέρω αν είναι δίκαιο. Ξέρω μόνο ότι σε εσένα άφησα τον εαυτό μου χωρίς όρια. Σε εσένα έδειξα την πιο αδύναμη εκδοχή μου. Εκείνη που δε φοβάται να αγαπήσει μέχρι να πονέσει.
Και ίσως μια μέρα αυτό να με πληγώσει. Ίσως μια μέρα να φύγεις. Ίσως μια μέρα να με αφήσεις πίσω.
Και τότε θα πονέσω. Όχι λίγο.
Θα πονέσω όσο πονάει κάποιος, όταν καταλαβαίνει ότι έδωσε την καρδιά του ολόκληρη χωρίς να κρατήσει τίποτα για τον εαυτό του.
Αλλά ακόμα κι έτσι, κάπου μέσα μου θα υπάρχει ένα κομμάτι που θα συνεχίσει να σ’ αγαπά.
Γιατί σε αγάπησα χωρίς όρους. Χωρίς να μετρήσω τι θα πάρω πίσω. Χωρίς να υπολογίσω το κόστος.
Σε αγάπησα όπως αγαπούν οι άνθρωποι που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν λίγο. Και όταν αγαπάς έτσι, δεν υπάρχει μέση. Ή δίνεις τα πάντα ή δε δίνεις τίποτα.
Εγώ σου έδωσα τα πάντα. Και αν μια μέρα με πατήσεις, αν με πληγώσεις χωρίς να το καταλάβεις, αν φύγεις και με αφήσεις πίσω…η καρδιά μου θα σπάσει.
Αλλά ακόμα κι έτσι, αν σε δω ξανά μπροστά μου, αν ακούσω τη φωνή σου να με φωνάζει…ξέρω τι θα κάνει η καρδιά μου.
Θα σε αναγνωρίσει αμέσως.
Θα σε αγαπήσει πάλι.
Ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο είδος αγάπης.
Εκείνο που δεν προστατεύει τον εαυτό του. Εκείνο που δεν κρατά απόσταση. Εκείνο που γονατίζει μπροστά στον άνθρωπο που αγαπά και λέει:
«Ακόμα κι αν με πληγώσεις, ακόμα κι αν χαθώ μέσα σου… εγώ θα σε αγαπάω.»
Γιατί κάποιοι άνθρωποι περνούν από τη ζωή σου. Και κάποιοι άλλοι γίνονται η αδυναμία σου.
Εσύ δεν ήσουν ποτέ απλώς ένας άνθρωπος για μένα. Ήσουν εκείνος που με έκανε να ξεχάσω τον φόβο.
Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια καρδιά.













