Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι την Καθαρά Δευτέρα: Aυτοί που ξυπνούν με ενθουσιασμό για τα Κούλουμα και αυτοί που αναρωτιούνται ποιος σκέφτηκε ότι είναι καλή ιδέα να κυνηγάς χαρταετό με 7 μποφόρ. Κι έπειτα υπάρχει και η ελληνική μαμά – δηλαδή εγώ – που προσπαθεί να κάνει νηστίσιμο πικνίκ, να μη λερωθούν τα παιδιά και να μην μπλεχτεί ο σπάγκος γύρω από τον λαιμό κανενός. Ρεαλιστικά πράγματα
Τότε: Ρομαντικά, απλά και λίγο… σκονισμένα
Τα Κούλουμα παλιά είχαν μια γοητεία που σήμερα τη λέμε «vintage» για να μην πούμε «χαοτικά». Ξεκινούσαν από το σπίτι με σακούλες σούπερ μάρκετ που έκοβαν τα δάχτυλα και με μια γιαγιά που είχε φτιάξει τόση ταραμοσαλάτα, λες και περιμέναμε να περάσει στρατός. Η λαγάνα ήταν ιερή. Αν κάποιος την τσιμπούσε πριν στρωθεί το τραπεζομάντιλο, υπήρχε βλέμμα αυστηρότερο κι από δασκάλας σε ώρα διαγωνίσματος.
Ο χαρταετός; Ένα ατίθασο πλάσμα από καλάμια και χαρτί που είχε δύο βασικές επιλογές: Ή θα ανέβαινε περήφανα στον ουρανό ή θα προσγειωνόταν δραματικά στο πρώτο πεύκο. Συνήθως συνέβαινε το δεύτερο. Κι εκεί άρχιζε η ελληνική παράδοση του «περίμενε, θα τον κατεβάσω εγώ», που κατέληγε σ’ έναν θείο να σκαρφαλώνει επικίνδυνα και σε όλους τους υπόλοιπους να δίνουν οδηγίες από κάτω.
Τα παιδιά έτρεχαν, έπεφταν, σηκώνονταν. Γόνατα γεμάτα χώμα, μύτες κόκκινες από τον αέρα. Κανείς δεν ανησυχούσε για αντισηπτικά. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα χαρτομάντιλο και η φράση «δεν είναι τίποτα». Οι μεγάλοι άπλωναν το καρό τραπεζομάντιλο στο χώμα και άνοιγαν τάπερ με φασολάδα, ελιές, χαλβά. Η νηστεία είχε γεύση και παρέα. Και το κρασί έρεε λίγο πιο άφθονο απ’ όσο θα παραδεχόμασταν σήμερα.
Δεν υπήρχαν φωτογραφίες από κάθε πιάτο. Αν ήθελες ανάμνηση, την κρατούσες στο μυαλό σου. Και ίσως σε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία με μισό χαρταετό κομμένο από το κάδρο και τον πατέρα να φωνάζει «Δώσε σπάγκο!».
Τώρα: Οργανωμένα, ψηφιακά και ελαφρώς… αγχωμένα
Σήμερα τα Κούλουμα έχουν εξελιχθεί. Δεν πάμε απλώς για πικνίκ – πάμε για «εμπειρία». Υπάρχει λίστα στο κινητό: λαγάνα (χωρίς γλουτένη για τη φίλη), ταραμοσαλάτα (σπιτική αλλά και μία vegan, γιατί ποτέ δεν ξέρεις), χαρταετός (με οδηγίες συναρμολόγησης τύπου ΙΚΕΑ).
Τα παιδιά – τουλάχιστον το οκτάχρονο – ξέρουν να πετάνε χαρταετό, αλλά ξέρουν και να ρωτούν αν έχει Wi-Fi στο λόφο. Το δίχρονο, από την άλλη, ενδιαφέρεται κυρίως να φάει άμμο και να τρέξει προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που του υποδεικνύεις. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε σπάγκους και κουλούρια, αναρωτιέσαι αν τα παλιά χρόνια ήταν πιο απλά ή απλώς δεν τα θυμόμαστε με όλες τις λεπτομέρειες.
Ο χαρταετός πλέον αγοράζεται έτοιμος, πολύχρωμος, αεροδυναμικός. Υπόσχεται ότι «πετάει με ελάχιστο αέρα». Στην πράξη, χρειάζεται άνεμο επιπέδου ανεμοστρόβιλου για να σηκωθεί. Και φυσικά, μπλέκεται με τον χαρταετό της διπλανής οικογένειας, δημιουργώντας ένα κοινωνικό δίκτυο από σπάγκους που ούτε αλγόριθμος δεν ξεμπερδεύει.
Το πικνίκ έχει αναβαθμιστεί. Υπάρχει φορητό ηχείο, θερμός καφέ, υγρά μαντηλάκια σε ποσότητα που θα ζήλευε μικρό φαρμακείο. Και ναι, βγάζουμε φωτογραφίες. Πολλές. Γιατί θέλουμε να θυμόμαστε. Ή να αποδείξουμε ότι περάσαμε τέλεια, ακόμα κι αν πέντε λεπτά πριν κάποιος έκλαιγε επειδή ο χαρταετός «δεν με αγαπάει».
Τελικά;
Τότε ή τώρα; Η αλήθεια είναι πως τα Κούλουμα δεν άλλαξαν τόσο όσο νομίζουμε. Άλλαξαν τα σκηνικά, τα εργαλεία, οι ταχύτητες. Η ουσία όμως παραμένει: βγαίνουμε έξω, κοιτάμε τον ουρανό και αφήνουμε κάτι να πετάξει ψηλά. Έστω κι αν αυτό το «κάτι» είναι η υπομονή μας.
Ως μαμά δύο παιδιών, έχω μάθει πως τα Κούλουμα δεν είναι η τέλεια φωτογραφία ούτε ο χαρταετός που φτάνει στα σύννεφα. Είναι η στιγμή που το μικρό σου πιάνει τον σπάγκο με σοβαρότητα επιστήμονα και το μεγάλο σου φωνάζει «κοίτα, ανέβηκε!». Είναι το γέλιο όταν ο αέρας σου παίρνει το χαρτοπετσέτα και τρέχεις από πίσω της λες και σώζεις εθνικό κειμήλιο.
Είναι η λαγάνα που μοιράζεται, ο χαλβάς που κολλάει στα δάχτυλα, το «του χρόνου πάλι εδώ». Είτε με καρό τραπεζομάντιλο στο χώμα είτε με power bank στην τσάντα, τα Κούλουμα παραμένουν μια μικρή υπενθύμιση ότι η χαρά βρίσκεται στα απλά. Και στο να έχεις πάντα λίγο παραπάνω σπάγκο. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ένας χαρταετός – ή μια οικογενειακή ανάμνηση.













