Ο καφές στην κούπα με τη Φολέγανδρο άχνιζε και η Ζωή ήπιε με προσοχή την πρώτη γουλιά. Με το πόδι της έσπρωξε την κούτα με την ετικέτα «ΠΙΑΤΑ».
«Τι ώρα θα έρθει το φορτηγό; Έχω να πακετάρω μερικά πράγματα ακόμα», ρώτησε τον Γιάννη που έβαζε το μπουφάν του.
«Στις τρεις. Θα έρθω μαζί με τους μεταφορείς. Αν χρειαστείς κάτι, χτύπα τηλέφωνο. Γεια» και με ένα βιαστικό φιλί άνοιξε την πόρτα.
Η Ζωή έμεινε για λίγο στην πόρτα να τον κοιτάει. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει, αλλά το περπάτημά του ήταν ακόμα περήφανο. Και ήταν αυτή ακριβώς η περηφάνια, ο λόγος που βρίσκονταν σε αυτή τη θέση. Με την Φολέγανδρο στο χέρι, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα για να συνεχίσει το πακετάρισμα.
«Αχ! Γαμώτο!» είπε και κοίταξε τις καφέ κηλίδες πάνω στην κούτα που έγραφε «ΣΚΕΠΑΣΜΑΤΑ». Πήγε στην κουζίνα κάνοντας ζικ-ζακ ανάμεσα απο κούτες και πήρε μια πετσέτα. Σκούπισε γρήγορα την κούτα για να μην παπαριάσει και έψαξε να δει αν της είχε ξεφύγει κάτι. Τότε είδε μια μικρή στάμπα καφέ πάνω στο στρώμα που βρισκόταν στο πάτωμα.
Άρχισε να το τρίβει με μανία. Αυτό το στρώμα ήταν το πρώτο τους απόκτημα στην ξενιτιά.
«Ξενιτιά. Ποια είναι στ’ αλήθεια πιο ξένη; Η χώρα που πας για να ζήσεις με αξιοπρέπεια την ζωή που σου μένει ή εκείνη που τόσο σκληρά σε διώχνει;» αναρωτήθηκε.
Πήγε στο μπάνιο και έβρεξε την άκρη της πετσέτας. Τα μάτια της γέμισαν. Θυμήθηκε τον πάκο με τα λεφτά πάνω στο στρώμα. «3.000 ευρώ. Αυτά έχω μάνα. Το σκότωσα. Έκανε τα διπλά αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Πάρ’ τα και κάνε κουμάντο εσύ».
Δεν είχαν και τίποτα άλλο τον πρώτο καιρό. Εκεί κοιμόντουσαν οι τρεις τους, εκεί έτρωγαν. Το πρώτο αμάξι της κόρης της, που με τόσο κόπο κατάφερε να αποκτήσει, είχε γίνει μερικά χαρτονομίσματα.
Όταν πια χτύπησε το κουδούνι, ήταν όλα έτοιμα κι εκείνη πτώμα στην κούραση. Ξεκίνησαν από τα μεγάλα. Το σπίτι άδειασε γρήγορα και τώρα είχαν μείνει μόνο τα πράγματα που ήταν για πέταμα. Η Ζωή έκατσε στο στρώμα και με το χέρι της ξεκίνησε να το χαϊδεύει ασυναίσθητα.
«Αυτό; Θα το πετάξουμε;» είπε και κοίταξε τον άντρα της που είχε τσαλακώσει το πλαστικό μπουκάλι με νερό πίνοντας λαίμαργα.
«Ε βέβαια. Έχουμε πάρει πολύ καλύτερο και για το δωμάτιο των φιλοξενούμενων έχουμε μονό κρεβάτι. Δεν χωράει.» «Ναι αλλά ήταν το πρώτο μας απόκτημα εδώ».
«Άσε μας ρε Ζωή. Τελειώσαν αυτά. Πάμε παρακάτω».
«Μπορούμε τουλάχιστον να το χαρίσουμε κάπου. Σε κάποιον που το χρειάζεται».
«Καλά. Θα το κατεβάσουμε κάτω και ίσως κάποιος να το πάρει».
Η Ζωή πήρε τον μαύρο μαρκαδόρο που σημάδευε τις κούτες και άρχισε να γράφει πάνω σε ένα κομμάτι χαρτόνι. Ο Γιάννης ζαλώθηκε το στρώμα στην πλάτη και ξεκίνησε να κατεβαίνει της σκάλες. Το άφησαν στο πεζοδρόμιο. Η Ζωή τράβηξε από την τσάντα της το χαρτόνι που προεξείχε και το άφησε πάνω στο στρώμα. Ο Γιάννης το κοίταξε «zum Verschenken»[*] .
«Το έγραψα σωστά;» τον ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα του αυτοκινήτου.
*Για χάρισμα













