Το Στενό ζ
Περιπλανώμενος στα στενά της πόλης, Θεέ μου,
πόσα στενά έχει αυτή η πόλη;
Ψάχνοντας για την αγάπη,
ο πρώτος να ‘μουν ή ο τελευταίος;
Βρήκα ένα μαγαζάκι με χειροποίητα μπρελόκ.
Τα κλειδιά μου χρειάζονταν μπρελόκ.
Η καρδιά μου χρειάζεται μπρελόκ,
για να δείχνει ότι ανήκει σε κάποιον.
Άνεργος, καθότι ήμουν κι άφραγκος, δεν πήρα τίποτα.
Εκείνη ήταν η προτελευταία φορά που είδα
το μαγαζάκι αυτό, στο στενό ζ.
Όσο κι αν γυρνούσα τα στενά, πολλά στενά πια αυτή η πόλη,
όσες αγάπες κι αν πέρασαν,
όσα φιλιά κι αν έδωσα, μέσα σ’ εκείνο το στενό,
όσο κι αν κοιτούσα για το μαγαζί με τα χειροποίητα μπρελόκ,
δεν το έβρισκα.
Ως δια μαγείας να χάθηκε;
Ύστερ’ από μερικά ξεκοιλιάσματα της μοίρας,
αφότου ξεπρόβαλαν τα άνθη αμυγδαλιάς
κι έκλαψε ο ουρανός, από χαρά κι από λύπη.
Μια μέρα μετά το μούδιασμα μού φανερώθηκε ξανά.
Απένταρος που εξακολουθούσα να είμαι,
άφησα τα κλειδιά μου χωρίς μπρελόκ.
Λίγο καιρό αργότερα, τα κλειδιά γυμνά,
κάτω απ’ το χαλάκι, για τη σπιτονοικοκυρά
και η καρδιά μου ελαφριά,
πάνω απ’ τα κύματα, σαν ελαφρόπετρα.
Χωρίς μπρελόκ.













