Μερικές ιστορίες ξεκινούν στον δρόμο και τελειώνουν σ’ ένα σπίτι. Άλλες — σαν αυτή — αρχίζουν τη στιγμή που νομίζεις πως σώθηκες.
Κι όταν το σκοτάδι σε καλέσει μέσα, κανείς δε σου εγγυάται ότι θα ξαναβγείς.
Έτρεχε. Έτρεχε φοβισμένος στο μισοσκόταδο, από το τρεμάμενο φως που έριχναν οι κολώνες στα πλαϊνά του δρόμου.
Τον είχαν ληστέψει. Σε ένα φανάρι, σε μια διασταύρωση της Εθνικής, είχαν ανοίξει την πόρτα κανονικότατα, και υπό την απειλή όπλου τον είχαν πετάξει έξω απ’ το αμάξι. Τώρα έτρεχε να βρει βοήθεια καθώς ήταν στη μέση του πουθενά.
Οι σκέψεις στο κεφάλι του ήταν κατακερματισμένες, σαν γυάλινα θραύσματα ποτηριού που μόλις έπεσε από το πάνω ράφι.
Στην αρχή δεν έτρεχε.
Ενήλικας ήταν, δυο μέτρα και 120 κιλά. Μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του σε μια μάχη σώμα με σώμα. Όχι βέβαια ότι ήθελε μέσα στην ερημιά να το παίξει Τζάκι Τσαν, αλλά δεν είχε και πολλές επιλογές στην κατάσταση που ήταν τώρα, αν έβλεπε ξαφνικά μπροστά του κάποιον.
Το κινητό του, είχε κλείσει από μπαταρία εδώ και μισή ώρα. Του ήταν παντελώς άχρηστο.
Με την άκρη του ματιού του, στα δεξιά του δρόμου, αρχίζει να ξεχωρίζει κάτι.
Ένα σπίτι.
Η ελπίδα άρχισε να βγαίνει σαν κουβάς που ξεπροβάλλει από το μαύρο πηγάδι της ψυχοσύνθεσής του.
«Όλο και κάποιος θα είναι εκεί να ζητήσω βοήθεια», σκέφτηκε, παρόλο που μονομιάς του ήρθαν στο μυαλό όλα τα θρίλερ που είχε δει σε μικρότερη ηλικία.
Φτάνοντας στην μπροστινή είσοδο, ανέβηκε μερικά σκαλιά στη μικρή βεράντα. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.
Περίεργο για ένα σπίτι στη μέση του πουθενά και μάλιστα τέτοια ώρα.
Μέσα το απόλυτο σκοτάδι. Μια λάμπα από τις κολώνες έριχνε λίγο φως στην πρόσοψη του σπιτιού. Με το θάρρος που του έδωσε αυτή η ελάχιστη φωτεινότητα, έσπρωξε την πόρτα με χέρι τρεμάμενο.
Ένας ανατριχιαστικός τριγμός καθώς άνοιγε σιγά–σιγά.
Δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτό που έβλεπε μπροστά του.
Ένα τεράστιο δωμάτιο, χωρίς έπιπλα, με λευκούς τοίχους. Το φως του φεγγαριού έμπαινε από τα ψηλά παράθυρα του σπιτιού, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες που βρισκόταν στο κέντρο του τεράστιου σαλονιού.
Μια γυναίκα καταμεσίς, πεσμένη μπρούμυτα, μ’ ένα λευκό νυχτικό σε μια κόκκινη λίμνη.
Νεκρή.
Έμοιαζε το πολύ 30 χρονών, όμορφη, με άσπρο δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά. Στα χέρια της και στα πόδια της, κάτω από τις κηλίδες αίματος, αχνοφαίνονταν σημάδια.
Το αίμα…ρυάκι κυλούσε προς το μέρος του.
Σάστισε. Κόπηκε η ανάσα του. Ένιωσε την καρδιά του να ρίχνει παλμούς, ενώ ιδρώτας ξεκίνησε να τρέχει από τις παλάμες και το κεφάλι του. Δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό.
Χωρίς να ξέρει ποια δύναμη τον κινούσε, έκανε ένα βήμα προς το πεσμένο σώμα της άτυχης γυναίκας. Τις σκέψεις του για το πρωτοφανές θάρρος του, διέκοψε μια τεράστια έκρηξη που έκανε την καρδιά του να χοροπηδά στο στήθος του τρομαγμένη.
Ποτάμια αίματος άρχισαν να ξεχύνονται από το ταβάνι και να βάφουν στο ίδιο χρώμα τους τοίχους.
Το πάτωμα άρχισε να γεμίζει ρωγμές που επεκτείνονταν κι αγκάλιαζαν σαν μαύρα βάτα τον χώρο.
Άϋλες μορφές άρχισαν να σχηματίζονται μπροστά του. Μαύρα σχήματα, κόκκινες κηλίδες.
Ένιωσε ένα σφίξιμο γύρω από τους αστραγάλους του.
Στη συνέχεια γύρω από τη μέση του.
Ενώ τον κυρίευε ο απόλυτος πανικός και πάλευε να πάρει ανάσα, είδε το άψυχο πόδι της γυναίκας να κουνιέται σπασμωδικά, τινάζοντας δεξιά-αριστερά πιτσιλιές αίματος.
Με μια άναρθρη κραυγή, τίναξε τα δεσμά που τον κρατούσαν καθηλωμένο κι άρχισε να τρέχει, γυρίζοντας προς την έξοδο. Η απόσταση ως την πόρτα ήταν πολύ μεγαλύτερη τώρα. Μια αιωνιότητα μέχρι να φτάσει.
Ξέπνοος, φτάνει. Απεγνωσμένα, με τους παλμούς του να έχουν φτάσει 200, κάνει την κίνηση και την ανοίγει διάπλατα.
Ένα εκτυφλωτικό φως πέφτει πάνω του, θολώνοντάς του την όραση.
Δε βλέπει.
Δεν τον νοιάζει.
Τρέχει να σωθεί από την παράνοια.
Βγαίνει στον δρόμο. Όλα ήσυχα έξω. Κάπου μακριά μπροστά του, βλέπει κόκκινα και μπλε φώτα της αστυνομίας.
Ανακούφιση αλλά κι άγχος καθώς δε θα τον πίστευε κανένας για αυτό που έζησε. Τα φώτα της αστυνομίας είναι στη στροφή του δρόμου.
Λίγα μέτρα ακόμα και σώθηκε.
Τρέχει.
Στρίβει.
Στρίβοντας, βλέπει παγωμένος μπροστά του την νεκρή γυναίκα του σπιτιού να του κλείνει το δρόμο.
Όρθια, με κόκκινα μάτια κι ένα μαχαίρι στο χέρι να στάζει αίμα.













