Τα βράδια που γυρίζω σπίτι από τη δουλειά, πάντα χαζεύω για λίγο στα social media. Θες λόγω διαφήμισης, θες λόγω αλγορίθμου, η αρχική μου γεμίζει με καλοβαλμένα reels, τσιτάτα, ομιλίες γεμάτες έμπνευση για την ψυχική ανθεκτικότητα και την εσωτερική δύναμη που καθένας κρύβει μέσα του. Δεν είναι άλλωστε λίγοι κι οι φίλοι που μοιράζονται αρκετά συχνά τέτοιου είδους περιεχόμενο.
Τα τελευταία χρόνια οι coaches έχουν επεκταθεί -πέραν από τους χώρους των γηπέδων- σε κάθε πεδίο που μπορεί να φανταστεί κανείς.
Life, relationship, business, parenting, mental, career, wellness, spiritual, mindset, productivity μέχρι και coaches που πληρώνεις για να σου μάθουν να κάνεις coaching. Κι η λίστα κάθε μέρα να μεγαλώνει.
Βλέπετε, φίλοι μου, ζούμε το εξής παράδοξο των καιρών. Άνθρωποι βαθιά χωμένοι στη θλίψη, παλεύουν να ταιριάξουν σε μια εποχή που η θετικότητα κι η ανθεκτικότητα είναι τα βασικά, απαραίτητα κι αδιαπραγμάτευτα χαρακτηριστικά του «ανήκειν».
Αυτή η επίπλαστη κοινωνική επιταγή αναγκαστικά οδηγεί τους περισσότερους από εμάς στην επαγγελματική καθοδήγηση για γρήγορα αποτελέσματα εδώ και τώρα.
Η καθοδήγηση δεν ήταν ποτέ κάτι κακό.
Το ερώτημά μου, όμως, είναι: Στ’ αλήθεια λαμβάνουμε βοήθεια ή μήπως απλά είναι μια φάμπρικα που σκοπό έχει μόνο να κοιμήσει το πρόβλημα, χωρίς ποτέ να το ακουμπήσει;
Πόσοι από εσάς έχετε παρακολουθήσει σεμινάρια (οποιουδήποτε περιεχομένου από τα προαναφερόμενα) και να είδατε μέσα σ‘ αυτά την ευθραυστότητα του ανθρώπου;
Ποιο success story ξεκίνησε και περιέγραψε το σημείο μηδέν, όπου η αγωνία κι η απελπισία δεν άφηναν περιθώριο σε μια θετική σκέψη, ενώ ο ιδιοκτήτης του σπιτιού άφηνε τελεσίδικο για αποπληρωμή ενοικίου ή έξωση;
Κι αν υπάρχει κάποια τέτοια ειπωμένη ιστορία, πόσο γρήγορα και με λειψές λεπτομέρειες το δυσάρεστο κομμάτι προσπεράστηκε, για να φτάσουμε σ’ αυτό με τα χιλιάδες λαμπιόνια επιτυχίας και τα χρήματα αβέρτα από παντού;
Η επιτυχία κι η ευτυχία το δίχως άλλο είναι πάντα τα ζητούμενα, μιας και είμαστε εκπαιδευμένοι από παιδιά στο happy end και πολλοί από εμάς δε διστάζουν να πληρώσουν αδρά για να το έχουν.
Ζούμε στην εποχή της τοξικής θετικότητας. Μια εποχή που σε θέλει χαμογελαστό, ικανό να μπορείς να πετάς τα σκατά της ζωής σου έξω απ‘ το μπαλκόνι μ‘ ένα κουμπάκι μαγικό.
Να δουλεύεις αδιάκοπα και με παραγωγικότητα σαν να έχεις σνιφάρει ολόκληρη τη βιομηχανία των χαπιών της χαράς, να είσαι ευέλικτος κι αποτελεσματικός με τον κάθε καραγκιόζη που σου μαυρίζει μια ήδη δύσκολη ημέρα.
Κι έπειτα να δείχνεις σε όλους τη μαγική κι αψεγάδιαστη ζωή σου με βαθυστόχαστα αποφθέγματα στα social media. Γιατί δεν πα’ να πηδιέται ολόκληρο το σύμπαν, εσύ πήρες το thumb up του Μάκη που έχει 40.000 followers στο Insta κι άλλους τόσους στο TikTok. Τώρα μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος!
Πότε μεταλλαχτήκαμε σε πολυβιταμίνες; Πότε αναγκαστήκαμε να γίνουμε αλεξίσφαιροι;
Πότε το «κουράστηκα, μπούχτισα, δεν αντέχω άλλο» έγιναν φτηνές δικαιολογίες μιας αδύναμης προσωπικότητας;
Πότε ακριβώς το «δυνατός» έγινε ταυτόσημο του ρομποτικός;
Νιώθω πως ζητάμε από τους ανθρώπους να γίνουν coin back dolls. Βάζεις ένα κέρμα στον κώλο και κινούνται σύμφωνα με το δικό σου ρυθμό και πρόγραμμα. Τους βάζεις να χορεύουν, να τραγουδάνε χαρούμενα, να κάνουν πιρουέτες και να λένε μηχανικά «hello, I love you, hello, I love you».
Η σημερινή κουλτούρα της ψυχικής ανθεκτικότητας έχει δημιουργήσει ένα σύνολο «δυνατών» ανθρώπων που απλά φοβούνται να καταρρεύσουν. Άνθρωποι, πρωταγωνιστές μιας βουβής ταινίας, που περπατούν αθόρυβα και στις μύτες ανάμεσα στο «όχι τώρα μπροστά τους» και στο «πονάω, αλλά δεν πρέπει».
Μια φαρσοκωμωδία που ανήχθη σε στιλιζαρισμένη ζούγκλα· σκυλιά φερμαρισμένα σε κάθε γωνία που έχουν εντοπίσει ήδη το πληγωμένο ελάφι στο απέναντι τετράγωνο κι έχουν δείξει δόντια. Τόσο πολιτισμένοι και εγκάρδιοι έχουμε γίνει!
Οι coaches έχουν γίνει το τελευταίο καταφύγιο -όχι αντιμετώπισης των φόβων μας κι εσωτερικής ειλικρίνειας- αλλά μηχανισμός κάλυψης της πραγματικής μας ταυτότητας.
Της διαλυμένης, στραπατσαρισμένης, πολύπαθης ταυτότητας που πρέπει να μάθει να στέκεται και να φέρεται σαν ελέω Θεού μονάρχης μέσα σε μια δεξαμενή βαθιά προβληματικών προσωπικοτήτων. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς μια από τα ίδια: άνιωθοι και εξέχοντα θεατρικά ταλέντα μπρος στα φώτα.
Η κοινωνία διψά για ήρωες προκειμένου να ταυτιστεί κι όσο εξυψώνει την ανθρώπινη ανθεκτικότητα, άλλο τόσο καταδικάζει την ανθρώπινη αδυναμία, σαν γρανάζι παράταιρο του μηχανισμού της ανθρώπινης υπόστασης.
Κι ύστερα αναρωτιόμαστε πώς στο καλό εκείνος ο τόσο ψύχραιμος, ισχυρός, σκληρός έσπασε. Κι όχι απλά διαλύθηκε, εξαϋλώθηκε και σκόρπισε.
Η απάντηση είναι απλή: γιατί δεν έμαθε να φροντίζει τις ρωγμές του. Απλά τις κάλυψε όπως-όπως και παρίστανε κάτι που δεν είναι. Κι όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός: Κανένα ψέμα δεν αντέχει σε βάθος χρόνου.
Η ανθεκτικότητα δε συνίσταται στην απουσία της πτώσης, αλλά στην ικανότητα να μην ντρέπεσαι όταν συμβαίνει. Η κατηφόρα είναι ανθρώπινο κομμάτι που πρέπει να το δεχτείς, να το αγκαλιάσεις, να θρηνήσεις και να μην νιώσεις ενοχή για τη στασιμότητα που ενδεχομένως μπλοκάρει τα βήματά σου κατά καιρούς.
Δεν ήρθαμε για να ζήσουμε ως άθραυστοι, ούτε ως σύχρονες μυθολογικές Σκύλλες. Τον δρόμο μιας Οδύσσειας χαράσσει το καράβι μας κι είμαστε όλοι εδώ να το κυβερνήσουμε με τα πάνω και τα κάτω αυτής της διαδρομής.
Είναι οι αγριεμένες θάλασσες, οι κόντρα άνεμοι, οι συντριβές κι ο αγώνας να επιπλεύσεις που πλάθουν τον σοφό καπετάνιο.
Δύναμη δεν είναι να ποδοπατήσεις τις αδυναμίες σου.
Δύναμη είναι να σταθείς χωρίς ντροπή μαζί με αυτές.
Χωρίς ψέματα.
Χωρίς να ζητήσεις από τον εαυτό σου τίποτα παραπάνω απ’ όσα μπορεί να δώσει σήμερα.
Γιατί τελικά ανθεκτικός δεν είναι αυτός που περπατά πάνω στα νερά σαν άλλος Μεσσίας, αλλά εκείνος που τα νερά τον βούλιαξαν, μα αρνήθηκε να τον πνίξουν.













