Μια από τις αγαπημένες μου συνήθειες όταν νιώθω πιεσμένη και δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά, είναι να οδηγώ μόνη μου στους μισοφωτισμένους δρόμους της βραδινής πόλης, ακούγοντας την αγαπημένη μου λίστα με σονάτες.
Εκεί, μέσα στην νυχτερινή ησυχία, μπορώ ν’ ακούσω για λίγο τη φωνή μου, χωρίς να παρεμβάλονται οι σκέψεις της ημέρας. Χωρίς ν’ ακολουθώ κάποιον ρόλο, χωρίς «να πρέπει», χωρίς «να κάνω». Σ’ αυτή τη σύντομη βόλτα μπορώ απλά «να είμαι».
Χτες, σε μια τέτοια διαδρομή, έφερα στο μυαλό μου μια ταινία που είδα πρόσφατα. Η πρωταγωνίστρια ζούσε με τον ίδιο καθημερινό φόβο. Μήπως έρθει κάποια μέρα που σηκωθεί, κοιταχτεί στον καθρέφτη και δεν υπάρχει πια η αντανάκλασή της απέναντι.
Και κάπως έτσι μου γεννήθηκε η σκέψη…
Μήπως δεν χρειάζεται να χαθεί το είδωλό σου για να εξαφανιστείς; Μήπως μπορείς να στέκεσαι κάθε μέρα μπροστά σου και να μην μπορείς να διακρίνεις πως χάνεις πράγματα που κάποτε ήταν δικά σου;
Παρατηρώντας γύρω μου, βλέπω και κατανοώ την ανάγκη των ανθρώπων ν’ ανήκουν κάπου. Είναι μια ανάγκη γενετική που έχει τις ρίζες της από την προϊστορική εποχή, τότε που η συνύπαρξη ήταν συνυφασμένη με την επιβίωση κι η απομόνωση οδηγούσε σε βέβαιο θάνατο.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που το αίσθημα του ανήκειν είναι τόσο ισχυρό και θεμελιώδες που κατατάσσεται τρίτο στην ιεραρχία των αναγκών κατά τον ψυχολόγο Abraham Maslow.
Κάπου εκεί ξεκινά και η σύγχυση. Γιατί το ν’ ανήκεις δεν είναι συνώνυμο του να σε καταπίνει κάτι μεγαλύτερο κι η ανάγκη της σύνδεσης δεν είναι φυσικό επακόλουθο της ατομικής εξαφάνισης.
Μπορεί η εποχή της σαβάνας και των αρπακτικών της φύσης να τελείωσε, αλλά ο εσωτερικός μηχανισμός έμεινε ανέπαφος και μετατοπίστηκε στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Αρχίσαμε ν’ αποχρωματίζουμε, να ψαλιδίζουμε κομμάτια μας που ή ενοχλούσαν την ομοιομορφία ή λειτουργούσαν ως τροχοπέδη στην ανέλιξή μας στα υψηλότερα κλιμάκια της κοινωνικής αποδοχής.
Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο πως το ανήκειν δεν είναι μια απλή επιθυμία, αλλά ένα νευρολογικό γεγονός. Η απόρριψη ενεργοποιεί νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου, τα οποία εμπλέκονται και στον σωματικό πόνο.
Έτσι, οι άνθρωποι υποχωρούν, λειαίνουν γωνίες για να μπορούν να ταιριάζουν, με σκοπό ν’ αποφύγουν την αγωνία του πόνου.
Η ερώτηση που τίθεται δεν αφορά το αν πρέπει ν’ ανήκουμε. Αλλά μέχρι ποιο σημείο πρέπει να υπαναχωρούμε. Μέχρι πού μπορούμε να σβήνουμε, χωρίς να διαλυόμαστε.
Βλέπω ανθρώπους να καλουπώνονται κάθε μέρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Υιοθετούν συνήθειες, τον τρόπο που μιλά και στέκεται ο απέναντι, δανείζονται ακόμη φράσεις ή και αστεία που είναι πασιφανές πως είναι ρούχα ξένα πάνω τους κι έχουν μια ανάγκη ν’ αποδείξουν πως μοιάζουν με εκείνους που θεωρούν σπουδαίους.
Το mirroring manipulation γίνεται συνθήκη κι οι άνθρωποι μια θάλασσα που ξεβράζει στη στεριά ίδια βότσαλα.
Αν με ρωτούσε κάποιος πριν κάποια χρόνια γιατί πιστεύω πως οι άνθρωποι επιχειρούν ν’ αντιγράψουν τους άλλους, θα σου έλεγα ενδεχομένως από φόβο να υπάρξουν αυτόνομα. Ίσως και από μια προσωπική τους ανασφάλεια ν’ αφήσουν τη φωνή τους ελεύθερη, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος του λάθους και της κατάκρισης.
Καθώς, όμως, βλέπω την παθογένεια της κοινωνίας, του πώς εξελίσσεται και πώς τυλίγεται στα δίχτυα της εικόνας και της αόρατης επικράτησης, θ’ αναθεωρήσω τη σκέψη μου και θ’ απαντήσω με ένα ποιητικό δάνειο του Σεφέρη «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη».
Κι αυτή είναι η πιο θλιβερή διαπίστωση.
Φτάσαμε να γινόμαστε καθρέφτες των άλλων, να μην παραδεχόμαστε την παραίτηση από τον εαυτό μας γιατί έχουμε στο νου μας πως με τον τρόπο αυτό κάτι θα κερδίσουμε. Κάτι θα πάρουμε. Φως, δόξα, φήμη, χρήμα όπως θες βάφτισέ τα. Κι είναι τόσο πεζό ακόμα και σαν σκέψη, ν’ αρνείσαι την ταυτότητά σου για λίγη εφήμερη φτήνια.
Συνειρμικά μου έρχεται η Φάρμα των Ζώων του Όργουελ. Θυμάστε τι έγινε με τα γουρούνια; Ξεκίνησαν αισιόδοξα, ως πνεύματα επαναστατικά και με σημαία τη διαφοροποίηση. Η απληστία τους, όμως, τα έκανε εν τέλει να έχουν το ίδιο πρόσωπο με τον δυνάστη τους.
Δεν είπε κανείς πως «η κοινωνική ανασφάλεια» είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά αυτή η παραφωνία είναι απολύτως αναγκαία για να κάνουμε το έξτρα μίλι μπροστά. Η αληθινή σύνδεση δημιουργείται όταν φέρνουμε τους εαυτούς μας ολόκληρους με τα πάθη, τα λάθη, τις ιδιαιτερότητές μας. Όταν δε διστάζουμε να φέρουμε στο τραπέζι την πλήρη εικόνα, την ουσία μας και όσα μας καθιστούν μοναδικούς.
Δεν είναι κακό να ξεχωρίζεις. Δεν είναι λάθος να μην ταιριάζεις, δεν είναι κατακριτέο κάπου να μην κουμπώνεις. Όσο πνιγόμαστε στην αντανάκλαση των άλλων, πιστωτικά ζούμε.
Το στοίχημα δεν είναι να είμαστε ίσες εντός εκτός κι επί τα αυτά γωνίες, αλλά άνισες πλευρές ενός αυθεντικού θεωρήματος.
Να είμαστε ολόκληροι σ’ ένα κόσμο που τολμά να σπάει τους καθρέφτες.













