Ο Χορός των Ιβίσκων
Μια μέρα, το έλεγε και το έκανε,
τα παράτησε όλα και βγήκε από το σπίτι.
Πήγε έναν περίπατο μακριά, να ξεφύγει.
Ούτε που άλλαξε τα ρούχα της,
ή μάλλον, τα είχε αλλάξει νωρίτερα,
μιας και σχεδίαζε από πριν τη διαφυγή της.
Κι οι ιβίσκοι ήταν ανθισμένοι και χρωματιστοί ‘κείνη την ημέρα.
Πήγε στο αγαπημένο της σημείο στο δάσος,
εκεί όπου τραβούσαν οι γιαγιάδες της
κάθε μέρα και κουβαλούσαν.
Κουβαλούσαν ξύλα για τη φωτιά,
κουβαλούσαν βότανα, χόρτα και μανιτάρια
για τα παιδιά και τους παππούδες.
Εκεί έστησε τον χορό της.
Εκεί με τις μνήμες της μαμάς της
και της μαμάς της μαμάς της.
Κι οι ιβίσκοι μύριζαν όμορφα ‘κείνη την ημέρα.
Τραγουδούσε όσο τα δέντρα γυρνούσαν.
Γυρνούσαν και γυρνούσαν
και περνούσαν από δίπλα της,
ώσπου σωριάστηκε στην όχθη του ποταμού.
Εκεί κοίταξε στα νερά την αντανάκλαση του ουρανού
και χαμογέλασε.
Κι οι ιβίσκοι πλάγιαζαν στον άνεμο ‘κείνη την ημέρα.
Άρχισε να ξεντύνεται,
ξεκινώντας από τα γάντια, καταλήγοντας στα υποδήματα.
Τα απέθετε όλα στο ποτάμι.
Ένα ένα τα παράσερνε το ρεύμα,
όπως τις λέξεις παρασέρνει η ροή του χρόνου.
Κράτησε για το τέλος την καρδιά της.
Τη βάστηξε για μια τελευταία φορά,
η πληγή στο στήθος να αιμορραγεί.
Ο απόηχος του τραγουδιού ακόμα στα χείλη της.
Κι οι ιβίσκοι είχαν στήσει χορό γύρω της ‘κείνη την ημέρα.
Την φίλησε πριν την αφήσει
να πλεύσει με χάρη κι αρμονία
στα κρυστάλλινα νερά.
Το τραγούδι έσβησε.
Η νύχτα έπεσε.
Τ’ αστέρια βγήκαν.
Η καρδιά βυθίστηκε.













