Ένιωθε το σκοτάδι στο δωμάτιο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει, μέχρι που μία δέσμη φωτός την χτύπησε στα μάτια. Τα άνοιξε ελαφρά.
Ακόμα κι αυτήν την κίνηση την κατάφερε με πολύ κόπο κι ας ήταν αντανακλαστική.
Τα έβλεπε όλα θολά. Τα μάτια της ήταν πρησμένα κι έτσουζαν. Τα έκλεισε απότομα και γύρισε το κεφάλι από την άλλη. Μακριά από το φως. Πίσω στο γνώριμο σκοτάδι.
Το φως έχει την ικανότητα να διώχνει κάθε σκιά, να σε ξεγυμνώνει με τη λάμψη του. Ήταν το τελευταίο που ήθελε.
Ένας οξύς πόνος στο σώμα, την πέταξε από τις σκέψεις της. Την ανάγκασε να διπλωθεί στα δύο σε μία προσπάθεια ν’ ανακουφιστεί. Αντανακλαστική κίνηση κι αυτή. Όλες οι αντιδράσεις της ήταν αντανακλαστικές πλέον. Αυτό μένει όταν ξεριζώνουν την ψυχή από μέσα σου. Μία μηχανή με ρομποτικές λειτουργίες.
«Μα ποιος άφησε φως να μπει εδώ μέσα; Δε θέλω να βγω από το σκοτάδι μου.
Α σωστά εκείνος!
Κάνει ό,τι μπορεί για να με φέρει πίσω. Δεν μπορώ να γυρίσω. Δεν μπορώ να ξεπεράσω όσα έγιναν. Είχα μία ψυχή και μου την πήραν. Δεν έχω τη δύναμη να χτίσω άλλη, ακούς;»
Ούρλιαξε στο κενό μέσα της. Άλλος ένας οξύς πόνος. Ένιωθε το αίμα της να κυλάει. Άκουγε τον χτύπο της καρδιάς της. Σταθερός αλλά γρήγορος. Αγκομαχούσε να την κρατήσει.
Τύλιξε αδύναμα τα χέρια γύρω από το σώμα. Λάθος κίνηση.
Της θύμισε αυτό που έλειπε. Ένιωθε άδεια…κενή.
Είχε υποσχεθεί να κάνει μια προσπάθεια. Μέχρι τώρα δεν έχει εκπληρώσει την υπόσχεσή της.
Άνοιξε και πάλι τα μάτια και την χτύπησε ακόμη ένας οξύς πόνος. Πιο δυνατός από πριν. Σαν να της έλεγε «ούτε να το σκέφτεσαι». Πήρε μερικές βαθιές ανάσες κι αφού αφουγκράστηκε τον χώρο γύρω της, επιστράτευσε όλη της τη δύναμη για να σηκωθεί.
Θεέ μου, όλοι αυτοί οι τόνοι θλίψης κάνουν το σώμα της να μοιάζει ασήκωτο. Πέρασε ώρα μέχρι να καταφέρει να σταθεί στα πόδια της. Σάλεψε αργά μέσα στο σπίτι. Ελαφρά σκυφτή γιατί ο πόνος δε σταματούσε.
Ένιωθε πως οι τοίχοι θα την καταπιούν.
Ζαλιζόταν. Είχε να φάει μέρες.
Μια-δύο μπουκιές εδώ κι εκεί κι αυτές με το ζόρι. Κάθε φορά που κατάπινε ήταν σαν να της γδέρνουν τα σωθικά.
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει, αλλά κάποια στιγμή βρέθηκε στο σαλόνι. Σήκωσε το κεφάλι για να μην χτυπήσει πουθενά και τότε… το είδε! Μία μικρή κορνίζα, στο μέσο του σαλονιού. Σαν να ήταν εκεί επίτηδες για να την χλευάσει.
Άνοιξε διάπλατα τα μάτια: «Τι θέλει αυτό εδώ;».
Ήθελε να ουρλιάξει.
«Αφού μου πήραν την ψυχή, αυτό εδώ γιατί το άφησαν;».
Αντλώντας δύναμη από το θυμό της έτρεξε όπως-όπως, άρπαξε την κορνίζα και σήκωσε το χέρι να την πετάξει.
Να γίνει χίλια κομμάτια. Να μην την ξαναδεί.
Όπως όμως ήταν με το χέρι σηκωμένο, έχασε όλη της τη δύναμη.
Κάτι μέσα της έσπασε ξανά.
Έβλεπε στάλες να τρέχουν στο πάτωμα σαν νερό αλλά είχε μουδιάσει που άργησε ν’ αντιληφθεί πως ήταν τα δάκρυα της. Ό,τι δύναμη είχε, την εγκατέλειψε κι έπεσε στα γόνατα.
Κουλουριάστηκε στο πάτωμα. Έφερε τη μικρή κορνίζα κοντά στο σώμα. Στην αγκαλιά της. Μέχρι που ήρθε πάλι το σκοτάδι και την τύλιξε.
Αποκοιμήθηκε όταν πια τα δάκρυα στέρεψαν. Κράτησε σφιχτά στα χέρια τη μικρή κορνίζα με τη φωτογραφία.
Εκείνη από τον τελευταίο της υπέρηχο.













