Τι σημαίνει η ποίηση για εμάς; Τι μας κάνει να αρεσκόμαστε σε αυτή; Τι είναι καν «ποίηση»;
Προτού προσπαθήσω να απαντήσω, έστω κι ατσούμπαλα, τα παραπάνω ερωτήματα, θα ήθελα να παραθέσω ένα ποίημα το οποίο είχα γράψει πριν μερικά χρόνια.
Το Πρώτο
Αυτές οι φορές,
οι πρώτες φορές.
Η πρώτη δουλειά,
η πρώτη αληθινή κουβέντα,
η πρώτη απογοήτευση.
Σε όλη σου τη ζωή
είναι πάντα οι πιο αδέξιες.
Θα είναι όμως πάντα ‘κείνες
που θα σε φτιάχνουν
κι ας είναι οι πιο άβολες,
οι πιο άγαρμπες, οι πιο περίεργες.
Όπως το πρώτο φιλί,
η πρώτη καψούρα,
η πρώτη… φορά,
ο πρώτος παλμός,
το πρώτο ποίημα!
Θα προσθέσω, χαριτολογώντας: Tο πρώτο άρθρο.
Μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα μας όριζε την ποίηση ως λογοτεχνικό είδος που αξιοποιεί τον ρυθμό και, ορισμένες φορές, το μέτρο σε στίχους για την απόδοση συναισθημάτων και ιδεών μέσω μιας «ιδιαίτερης αισθητικής».
Επίσης, ο εν λόγω ορισμός διαχωρίζει τον ποιητικό λόγο από τον πεζό. Προτού όμως εκφέρω την γνώμη μου πάνω στο θέμα, θα ήθελα να ομολογήσω ότι δεν είμαι ειδήμων της ποίησης. Είμαι ένα άτομο που την απολαμβάνει όσο κι εσείς -άμα παραδέχεστε ότι την απολαμβάνετε- και που του αρέσει πολλές φορές να εκφράζεται μέσα από αυτήν. Δεν είναι άλλωστε ο σκοπός της τέχνης αυτός; Η έκφραση και η συνομιλία μεταξύ δύο, κατά τ’ άλλα, αγνώστων: του δημιουργού και του αποδέκτη.
Η ποίηση, στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο να οριστεί. Πολλοί προσπάθησαν, άλλοι με λιγότερη επιτυχία, άλλοι με περισσότερη, εκεί που καταλήγουν και καταλήγουμε γενικά, είναι στο ότι υπάρχει πάντα κάτι περισσότερο σε αυτή. Κάτι που εμβαθύνει συνεχώς.
Όταν νομίζουμε ότι φτάσαμε στον πάτο του λαγουμιού της ποίησης, παρατηρούμε ότι υπάρχει συνέχεια και όταν νομίζουμε ότι λύσαμε το ένα της μυστήριο, πάντα εμφανίζεται ένα άλλο. Μοιάζει κάπως με κάτι το θείο, αλλά αλίμονο… Η ποίηση δεν είναι θρησκεία και δεν προσπαθεί καθόλου να δημιουργήσει κάποια αίρεση γύρω της. Άλλωστε η ποίηση δεν έχει μονάχα ένα πρόσωπο, έχει πολλά. Έχει όλα τα πρόσωπα!
Η ποίηση είναι συμπεριληπτική, δεν αφήνει κανέναν στην απ’ έξω. Δεν είναι μονάχα για τους σοφιστικέ και τους διανοούμενους-κουλτουριάρηδες. Για όλους έχει χώρο και όλοι έχουν διαφορετική εντύπωση για αυτή.
Δεν έχει και πολύ μεγάλο νόημα να κάτσουμε να αναλύσουμε εδώ το τι σήμαινε για όλους τους μεγάλους ποιητές και φιλόσοφους που πέρασαν στην ιστορία. Το τι είπαν ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.α. επί του θέματος αφορά πιο πολύ τους ίδιους και τους ερευνητές αυτών. Άντε λίγο κι εμάς που μας αρέσει όταν συμφωνούμε μαζί τους επειδή τους θαυμάζουμε.
Και δεν αντιλέγω, υπάρχει ενδιαφέρον στην ανακάλυψη ποικίλων απόψεων και στην εμβάθυνση ενός θέματος, αλλά ας μείνουμε στο ότι η ποίηση σήμαινε κάτι διαφορετικό για τον καθέναν τους. Πάντως ας μην το πηγαίνουμε μακριά, η ποίηση σημαίνει κάτι το διαφορετικό για την καθεμιά και τον καθέναν από εμάς! Όλοι μας την βιώνουμε διαφορετικά και με μοναδικό τρόπο.
Γιατί την απολαμβάνουμε, -επειδή όλοι μας την απολαμβάνουμε, λίγο πολύ- άραγε;
Να επαναλάβω εδώ ότι δεν είμαι ειδήμων. Αρκετοί ερευνητές έχουν καταπιαστεί με το θέμα κι έχουν τεκμηριώσει με διεπιστημονικότητα το πώς επηρεάζει η ποίηση τον εγκέφαλο, τα συναισθήματα, ακόμη και το σώμα μας.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς επιδρά ο εγκέφαλος στις μεταφορές. Στο βιβλίο του, ο James Geary (2011), λέει ότι οι μεταφορές μάς βοηθούν να γραπώσουμε μια αφηρημένη σκέψη ή συναίσθημα το οποίο μπορεί να θεωρούμε «απερίγραπτο» σε πιο συγκεκριμένη γλώσσα. Μια μεταφορά μπορεί να εκφράσει ένα ευρύτερο πεδίο απ’ ότι μια κυριολεκτική έννοια. Θα λέγαμε, στηριζόμενοι ελαφριά στη θέση του, ότι είναι ένα εργαλείο που μας βοηθάει κάπως -σαν να μας εκτοξεύει- να πιάσουμε το άπιαστο. Οι παρομοιώσεις, θα προσθέσω, μάς βοηθάνε να το οραματιστούμε.
Έρευνες έχουν γίνει και στο θεραπευτικό κομμάτι που μπορεί να προσφέρει η ποίηση. Σχετικά με τη «βιβλιοθεραπεία» και πιο συγκεκριμένα τη «θεραπεία μέσω της ποίησης» μάς γράφει στο σχετικό του σύγγραμμα ο Νικόλαος Τσέργας (2020) πως [η θεραπεία μέσω της ποίησης] αναφέρεται στην «εφαρμογή της ποίησης και άλλων μορφών λογοτεχνίας στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας και της προσωπικής ανάπτυξης» (Reiter, 1997, σ. 169· NCCATA, 2004) […] αποδεικνύεται μια σύνθετη μορφή ψυχοθεραπείας, η οποία, χωρίς να ταυτίζεται, ωστόσο συμπεριλαμβάνει βιβλιοθεραπευτικές μεθόδους και πρακτικές, καθώς και την αφήγηση ιστοριών, όπως υποστηρίζει ο Ν. Mazza (2003).
Κοινώς, και σύμφωνα με όσα μας αναφέρει ο ερευνητής, το διάβασμα αλλά και το γράψιμο (σε κάθε μορφή του) βοηθάει στην ψυχολογία και στην ψυχική μας υγεία. Κάτι που όσοι τα εξασκούν από μόνοι τους, είμαι σίγουρος ότι αναγνωρίζουν.
Για να μην αναφερθούμε στην χρήση των ποιημάτων που γίνεται για εκπαιδευτικούς λόγους! Όλοι μας άλλωστε είχαμε ανέβει στο σανίδι στο σχολείο να πούμε «φωναχτά και καθαρά» το ποιηματάκι μας, το οποίο μαθαίναμε απ’ έξω και το οποίο μπορεί και να μάς έχει μείνει αποτυπωμένο στη μνήμη. Ω, πόσο περήφανοι αισθανόμασταν, κοιτάζοντας στο κοινό τους γονείς μας να μας καμαρώνουν!
Την ποίηση, φυσικά, οι δάσκαλοι την χρησιμοποιούν και την ώρα του μαθήματος ως «εναλλακτικό» τρόπο προσέγγισης, ο οποίος σημειώνει μεγάλη επιτυχία στα παιδιά. Κάπου εδώ θα ήθελα να παραθέσω, σε συνάρτηση κιόλας με το ποίημα πιο πάνω, «Το Πρώτο», το επί της ουσίας, πρώτο μου ποίημα, το οποίο είχα γράψει στο δημοτικό σε ένα πρότζεκτ σχετικό με τις θαλάσσιες χελώνες:
Π, όπως…
Παραλία
Η χελώνα τ’ αβγουλάκια
τα γεννάει στην παραλία.
Τα σκεπάζει με άμμο και
στη θάλασσα γυρνάει
με ανησυχία…
Στο πρότζεκτ το καθένα από τα παιδιά της τάξης είχαμε ένα γράμμα του αλφαβήτου και καλούμασταν να βρούμε μια σχετική λέξη και να γράψουμε ένα μικρό ποιηματάκι πάνω στο θέμα. Το πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά την ποίηση είναι απλά μαγικό, σαν αστερόσκονη.
Άλλος ένας παράγοντας, τον οποίο θεωρώ σημαντικό, όσον αφορά την αρέσκειά μας στην ποίηση (και στη λογοτεχνία γενικότερα), είναι η «φυγή» (escapism). Όπως εύστοχα μας διατυπώνει ο αγαπητός καθηγητής, συγγραφέας και ποιητής Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στο βιβλίο του «Το φύλλο και το δέντρο: Ιστορίες για νεράιδες… και άλλα» (2003): «Γιατί θα πρέπει να περιφρονήσουμε κάποιον, ο οποίος, αν βρεθεί στη φυλακή, θα προσπαθήσει να βγει και να πάει σπίτι του; Ή αν δεν μπορεί πάλι να το σκάσει, σκέφτεται και μιλάει για άλλα θέματα εκτός από τους φύλακες και τα σίδερα της φυλακής; Ο κόσμος έξω δεν έχει γίνει λιγότερο πραγματικός επειδή ο φυλακισμένος δεν μπορεί να τον δει».
Πόσο καλαίσθητη τοποθέτηση σε ένα τέτοιο θέμα! Οι άνθρωποι είμαστε φύσει «δραπέτες», ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Πόση πραγματικότητα ν’ αντέξει κανείς άλλωστε; Για αυτό υπάρχουν οι τέχνες, για αυτό και η ποίηση, για να μην πνιγούμε από την καθημερινότητα.
Καμιά φορά μάς είναι δύσκολο, μέσα σ’ όλα, να κάτσουμε να απολαύσουμε ένα ποίημα κι αυτό γιατί τα ποιήματα απαιτούν ησυχία και για λίγο τη συγκέντρωσή μας. Είναι σαν ένας σύντομος διαλογισμός τον οποίο δεν είμαστε πάντοτε διατεθειμένοι να εξασκήσουμε μέσα σε μια πολυάσχολη ημέρα, το οποίο είναι κατανοητό. Αλίμονο, δηλαδή, άμα δεν δίναμε κατανόηση σε αυτό. Είναι αξιόλογη πάντως η γαλήνη που μας προσφέρει λίγο διάβασμα μέσα στην ημέρα. Είναι μια τίμια ανταμοιβή.
Αλλά για να επανέλθω λίγο και να κάνω το σχόλιό μου πάνω στον διαχωρισμό ποιήσεως και πεζογραφίας, θα πω ότι και ο πεζός λόγος μπορεί να γίνει ποιητικός. Εκεί είναι που θολώνουν λίγο οι διαχωριστικές γραμμές στις έννοιες και το τι είναι τι, αλλά μπορώ να πω με σιγουριά ότι δεν είναι τόσο περιπλεγμένα τα πράγματα. Η ποίηση βρίσκεται παντού και δεν θα πω μονάχα μέσα στις τέχνες.
Ναι, η σκηνή μιας ταινίας μπορεί να γίνει τόσο ποιητική, όσο κι ένας πίνακας ζωγραφικής και πάει λέγοντας. Η ποίηση υπάρχει γύρω μας και το ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται κλισέ, όμως είναι αλήθεια.
Υπάρχει στα λουλούδια που χαϊδεύει ο αέρας, στα πουλιά που κελαηδούν στις φωλιές τους, στα παχουλά και άσπρα σύννεφα στον ουρανό. Στους ανθρώπους που περπατάνε στο πεζοδρόμια ακούγοντας μουσική από τα ακουστικά τους, στο μωρό που κλαίει και στη μαμά που το φροντίζει, στην ένταση και τις συγκινήσεις ανάμεσά σε δυο ανθρώπους, στο άγγιγμα δύο χεριών και στον δισταγμό πριν από μια κίνηση… ω, μα ο ρομαντισμός είναι αυτός που κατακλύζει την ποίηση, έτσι; Ο ρομαντισμός και τα δύσκολα συναισθήματα, σίγουρα. Τέτοια είναι η φύση της, επειδή τέτοια είναι και η δική μας.
Η ποίηση, λοιπόν, τίθεται στο πώς βλέπουμε αλλά και βιώνουμε τον κόσμο. Είναι τρόπος σκέψης, είναι και τρόπος ζωής. Για ‘μένα υπάρχουν άνθρωποι που είναι ποιητές, χωρίς να είναι ποιητές. Ζούνε τη ζωή τους αληθινά, με ειλικρίνεια, σε έναν κόσμο που δεν την χωράει. Είναι ο εαυτός τους, ακόμα κι αν πολλές φορές είναι επικίνδυνο για αυτούς.
Παλεύουν κάθε μέρα με τον εαυτό τους και σαφές πόρισμα για το ποιος αναδεικνύεται νικητής και ποιος ηττημένος δεν βγαίνει.
Το παρακάτω ποίημα είναι αφιερωμένο σε όλους τους κυνηγημένους, τους παρεξηγημένους, τους χαμένους, τους αδικημένους. Σε όσους πιστεύουν ακράδαντα σ’ ένα καλύτερο μέλλον, σε όσους υπερασπίζονται τον άνθρωπο και σε όσους είναι μπερδεμένοι μέσα σε όλο αυτό το απέραντο και γοητευτικό χάος.
Ποιος τους Ακούει Αυτούς;
Έχω έναν φίλο ποιητή
που πιστεύει πως δεν είναι ποιητής.
Απλώς έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση,
ή ίσως να είναι πολύ ρεαλιστής.
Δεν ξέρω κιόλας άμα θέλει να είναι ποιητής.
Πάντως η ποίηση ρέει από μέσα του.
Και είναι γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία
δεν έχει σε εκτίμηση τους ποιητές,
ή τουλάχιστον δεν ασχολείται μαζί τους.
Σίγουρα δεν τους ακούει πια.
Λες να είναι πολύ ρομαντικοί
για την σκληρή πραγματικότητα τους;
Πολύ ωμοί για τα παλαβά τα όνειρά τους;
Ή μπορεί απλώς να είναι δυσνόητοι
γι’ αυτούς. Ανούσιοι.













