Στον Παναγιώτη
Μια παρέα απ’ τ’ άστρα
Νότες ανεβαίνουνε ψηλά
και τις παίρνει ο αέρας.
Σαν ψάρια βουτάμε στα βαθιά.
Με φωνές γεμίζει ο αιθέρας.
Μια παρέα με τ’ άστρα γίναμε.
Η κιθάρα τις χορδές της πάλλει.
Το απόσταγμα άφριζε όσο πίναμε
κι η αίσθηση του χώρου χάθηκε πάλι.
Ο χρόνος κυλάει ευχάριστα.
Της θάλασσας η αλμύρα μας μεθά.
Της βραδιάς τα αισθήματα άριστα.
Μα πόσο γρήγορα ο χρόνος πετά!
Τα γέλια μας βγάλαν φτερά,
οι ψυχές μας υψώνονται κι αυτές.
Μαζί περνούν παν’ απ’ αυτά τα νερά
και σαν καπνός χορεύουν, καυτές.
Το χάραμα μας βρήκε όλους αγκαλιά,
μια καρδιά που τον ρυθμό κρατάει.
Οι γλάροι γελούν από μακριά.
Το μυαλό μας στη γη δεν πατάει.













