Και δεν εννοεί αν έχει πάρει πετσέτες ή νερά. Εννοεί κάτι πολύ πιο βαρύ. Αν το σώμα της είναι «αρκετά καλό».
Είναι σχεδόν παράδοξο. Ένα σώμα που έχει κάνει τόσα -που έχει μεγαλώσει παιδιά, έχει ξενυχτήσει, έχει τρέξει σε παιδικές χαρές, έχει κουβαλήσει σακούλες, καρότσια, αγκαλιές και φόβους- ν’ αντιμετωπίζεται σαν να πρέπει να δώσει εξετάσεις για να επιτραπεί η είσοδός του στην παραλία.
Και όμως, αυτό συμβαίνει. Ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα, μέσα στο κεφάλι πολλών γυναικών.
Η παραλία, που για τα παιδιά είναι απλώς χώμα, νερό και ελευθερία, για πολλούς ενήλικες γίνεται σκηνή αξιολόγησης.
Φωτισμός: Aμείλικτος ήλιος.
Κοινό: Όλοι.
Κριτές: Εμείς οι ίδιοι.
«Να κάτσω λίγο πιο πίσω.»
«Να βάλω παρεό μέχρι να μπω στη θάλασσα.»
«Ίσως να μην βγάλω φωτογραφίες σήμερα.»
Κι όμως, κανένα παιδί δεν έχει ποτέ σταματήσει το παιχνίδι του για να αξιολογήσει αν η μαμά του έχει “σωστή” εικόνα. Τα παιδιά δεν έχουν αυτό το φίλτρο. Για αυτά, η μαμά είναι απλώς η μαμά: το άτομο που ξέρει να φυσάει ένα γόνατο που χτύπησε, που βρίσκει πάντα ένα σνακ στην κατάλληλη στιγμή, που μπαίνει στη θάλασσα ακόμα κι όταν το νερό είναι παγωμένο μόνο και μόνο για να μην είναι μόνα τους.
Κι αν το καλοσκεφτούμε, η εικόνα της μητέρας στην παραλία δεν είναι ποτέ στατική. Είναι κίνηση, είναι ζωή. Είναι μια γυναίκα που τρέχει πίσω από ένα παιδί που έφυγε προς το κύμα, που γελάει δυνατά όταν την πιτσιλάνε, που προσπαθεί να απλώσει πετσέτες ενώ κρατάει ταυτόχρονα ένα παγωμένο τοστ και ένα πλαστικό φτυάρι.
Αυτό δεν είναι σώμα προς αξιολόγηση. Είναι σώμα σε δράση.
Παρόλα αυτά, η κοινωνική πίεση έχει έναν τρόπο να μεταμφιέζεται. Δε λέει πάντα «δεν είσαι αρκετή». Λέει «φρόντισε λίγο ακόμα τον εαυτό σου και μετά». Και αυτό το «μετά» γίνεται παγίδα. Γιατί πάντα υπάρχει κάτι ακόμα να βελτιωθεί, να σφίξει, να διορθωθεί, να περιμένει.
Και έτσι περνούν τα καλοκαίρια.
Το πρόβλημα δεν είναι η φροντίδα του σώματος. Το πρόβλημα είναι η ιδέα ότι το σώμα πρέπει να είναι «σωστό» για να δικαιούται χαρά.
Η παραλία όμως δεν έχει τέτοιους όρους. Δε ζητάει συμμετοχή με προϋποθέσεις. Δεν απαιτεί προετοιμασία επιπέδου διαγωνισμού. Είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου η ζωή απλώς συμβαίνει: παιδιά που γελούν, κύματα που σπάνε, άνθρωποι που για λίγο ξεχνάνε το ρολόι.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο αλάτι και στην άμμο, μια μαμά μπορεί-αν της το επιτρέψει λίγο περισσότερο- να θυμηθεί ότι δεν χρειάζεται να «κερδίσει» την παραλία. Της ανήκει ήδη, όπως ανήκει σε κάθε άνθρωπο που θέλει να βουτήξει στο νερό.
Το σώμα της δεν είναι έργο σε εξέλιξη με ημερομηνία ολοκλήρωσης. Είναι το σπίτι μέσα στο οποίο συμβαίνουν όλες αυτές οι στιγμές: οι αγκαλιές, οι αγωνίες, τα γέλια, η εξάντληση και οι μικρές καθημερινές νίκες που κανείς δεν φωτογραφίζει.
Κι ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό σημείο. Ότι τα παιδιά δε θυμούνται το μαγιό. Δε θυμούνται αν η κοιλιά ήταν επίπεδη ή όχι. Θυμούνται τη στιγμή που η μαμά τους μπήκε στη θάλασσα μαζί τους, ακόμα κι αν φοβόταν τα κύματα. Θυμούνται το γέλιο της όταν την έριξαν με το φτυάρι γεμάτο άμμο. Θυμούνται την αίσθηση ότι ήταν εκεί, μαζί τους.
Κάποτε, οι φωτογραφίες του καλοκαιριού δε θα είναι αποδείξεις τελειότητας. Θα είναι αποδείξεις παρουσίας. Και η παρουσία έχει έναν παράξενο τρόπο να σβήνει όλες τις ανασφάλειες που φαίνονταν τόσο μεγάλες στον καθρέφτη του σπιτιού.
Ίσως τελικά η πιο απελευθερωτική σκέψη να είναι απλή: το σώμα δεν χρειάζεται να αλλάξει για να επιτρέψει τη ζωή. Η ζωή ήδη συμβαίνει μέσα του.
Και το καλοκαίρι, με όλη του την αλμύρα και το φως, δεν περιμένει κανέναν να γίνει «έτοιμος». Απλώς συμβαίνει.












