Αλήθεια, πόσους ανθρώπους έχετε γνωρίσει να μιλούν για τον εαυτό τους στον πληθυντικό ευγενείας; Ναι, τόσο ψώνιο! Σε σημείο που ακόμη και στους εσωτερικούς μου μονολόγους απευθύνομαι στον εαυτό μου στον πληθυντικό. Και φυσικά, ακούω με ευχαρίστηση προσφωνήσεις τύπου «Μεγαλειοτάτη», «Γαληνοτάτη» και πάει λέγοντας!
Πέρα από την πλάκα, όμως, μετά από μια περίοδο έντονης και ουσιαστικής δουλειάς με τον εαυτό μου, πλέον το ερμηνεύω διαφορετικά. Δεν είναι απλώς ψώνιο -ή τουλάχιστον όχι μόνο. Είναι επίγνωση. Είναι αποδοχή. Είναι μια αγκαλιά σε όλα τα κομμάτια που με συνθέτουν.
Βλέπετε, δεν σκέφτομαι πια όπως παλιά. Δεν παίρνω αποφάσεις με τον ίδιο τρόπο. Πλέον, στο τραπέζι των εσωτερικών μου συζητήσεων κάθονται πολλοί εαυτοί.
Κάθε τόσο συζητώ με το εσωτερικό μου παιδί. Το κοιτάζω στα μάτια και αναρωτιέμαι: «Θα σε έκανε περήφανο αυτό που πάω να κάνω;» Του χρωστάω να προστατεύω την αθωότητά του, την περιέργειά του και εκείνη την αδιαπραγμάτευτη πίστη ότι όλα είναι δυνατά.
Δίπλα του κάθεται και ο έφηβος εαυτός μου. Αυτός που ακόμη ονειρεύεται, που αρνείται να συμβιβαστεί με τα εύκολα και τα βολικά. Αυτός που μου θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι μόνο λογαριασμοί, υποχρεώσεις και προγράμματα. Είναι και επανάσταση. Μικρή ή μεγάλη. Με γάντι, βέβαια. Κυρία είμαστε, όχι ό,τι κι ό,τι.
Και ύστερα υπάρχει κι ένας άλλος συνομιλητής. Ο 80χρονος εαυτός μου. Καλά, μεταξύ μας, σχήμα λόγου. Με τους υπολογισμούς που κάνω, πιο πιθανό είναι να φτάσω τα χίλια, οπότε ας πούμε ο 950χρονος εαυτός μου.
Τον φαντάζομαι να κοιτάζει πίσω και να με ρωτά:
«Έζησες;»
«Ρίσκαρες;»
«Αγάπησες;»
«Τόλμησες;»
Ή πέρασες τη ζωή σου παίρνοντας υπερβολικά στα σοβαρά ανθρώπους, καταστάσεις και γεγονότα που τελικά δεν άξιζαν τόσο χώρο μέσα σου;
Και κάπου εκεί εμφανίζεται και ο ανώτερος εαυτός μου. Εκείνος που θέτει τα μεγάλα ερωτήματα.
Τι ήρθα να κάνω εδώ;
Ποιος είναι ο σκοπός μου;
Τι αφήνω πίσω μου;
Η παρουσία μου σε αυτόν τον κόσμο αυξάνει την εντροπία ή συμβάλλει, έστω και λίγο, σε περισσότερη αγάπη, κατανόηση και φως;
Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη που κάποια στιγμή πήρα την απόφαση να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Από τη μία η φύση της δουλειάς μου, από την άλλη η προσωπικότητά μου, με φέρνουν καθημερινά σε επαφή με πολύ κόσμο.
Και βλέπω πράγματα.
Βλέπω ανθρώπους να ανοίγονται μπροστά μου με έναν τρόπο σχεδόν συγκινητικό. Να μοιράζονται φόβους, ανασφάλειες, πληγές και όνειρα. Και παράλληλα να μου δείχνουν σεβασμό και εμπιστοσύνη.
Αυτό που παρατηρώ ξανά και ξανά είναι πόσα βάρη κουβαλάμε οι περισσότεροι. Πόσες εσωτερικές αλυσίδες. Πόσες αυτοαγκυλώσεις. Πόσες ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας για το ποιοι είμαστε και τι αξίζουμε.
Το μόνο που εύχομαι είναι κάποια στιγμή όλοι μας να καταφέρουμε να κάνουμε ειρήνη με τον εαυτό μας.
Γιατί εγώ χρειάστηκε να κατέβω στα προσωπικά μου Τάρταρα. Να βρεθώ αντιμέτωπη με το τέρας της κατάθλιψης. Ένα τέρας που για αρκετό καιρό κέρδιζε τις μάχες. Μέχρι που ήρθε η στιγμή να πάρω τη μεγάλη απόφαση: να σταματήσω να περιμένω να με σώσει κάποιος και να αρχίσω να σπρώχνω η ίδια τον εαυτό μου προς τα πάνω.
Δεν ήταν εύκολο. Αλλά άξιζε.
Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Γιατί, όσο κι αν πόνεσα, είχα το υπόβαθρο, τα ερεθίσματα και τις εμπειρίες που με βοήθησαν να σηκώσω τα μανίκια και να πιάσω δουλειά. Ξέρω ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτή την πολυτέλεια. Δεν έχουν όλοι τα εργαλεία, τις παραστάσεις ή τη στήριξη που χρειάζονται για να ξεκινήσουν.
Σήμερα απολαμβάνω τη διαδρομή περισσότερο από ποτέ. Όχι γιατί τα έλυσα όλα. Κάθε άλλο.
Απλώς έμαθα ότι η εξέλιξη δεν είναι προορισμός. Είναι τρόπος ζωής.
Και επειδή δεν μπορώ να ησυχάσω ποτέ εντελώς, έχω ήδη στο μυαλό μου άλλα δύο γερά «μπουσταρίσματα» σε δύο ακόμη τομείς της ζωής μου. Να ισιώσω λίγο ακόμη το προσωπικό μου σύμπαν. Να φέρω περισσότερη αρμονία εκεί που ακόμη υπάρχουν γωνίες.
Οπότε… I’ll keep you posted.
Άλλωστε, η Μεγαλειοτάτη έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της.













