«Και τι έγινε μωρέ; Και εμείς φάγαμε ξύλο, δεν πάθαμε τίποτα.Γίναμε άνθρωποι», λέει ο θείος στο οικογενειακό τραπέζι.
Και ψάχνεις να βρεις τον άνθρωπο κάπου ανάμεσα σε τσακωμούς, στην εκρηκτική του συμπεριφορά όταν του πάρουν τη θέση στο πάρκινγκ, στα ουρλιαχτά μέσα στο σπίτι του και στην απίστευτη αντίστασή του στην εξέλιξη.
Φοβάται ν‘ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, να δει στα μάτια τι έζησε. Το τέρας που νομίζει ότι κρύβεται στην ντουλάπα ή κάτω από το κρεβάτι, στην πραγματικότητα το κουβαλάει πάνω του, όπως ο Tom Hardy τον Venom. Τον ελέγχει σαν μαριονέτα.
Ένας Venom που ονομάζεται CPTSD, κατάθλιψη, ψυχαναγκασμοί κι ένα κάρο ακόμα περίεργες λέξεις.
Στο ίδιο τραπέζι όμως θα βρεις ανθρώπους που αναγνώρισαν τον δικό τους, δέχτηκαν πως είναι κομμάτι τους και του μίλησαν.
«Ξέρω πως είσαι εδώ, ξέρω πως εκτός από τις μνήμες είσαι και κάθε μηχανισμός επιβίωσης που ανέπτυξα για να καταφέρω να επιζήσω.
Σε ευχαριστώ αλλά είναι ώρα να αναλάβω εγω.
Μεγάλωσα πια.
Γνωρίζω καλά πως ποτέ δε θα φύγεις, αλλά είναι ώρα να δώσεις τη σκυτάλη.
Κάτσε, χαλάρωσε.Βρηκα καλύτερους τρόπους να ζω.
Δεν κινδυνεύω πια.
Θελω να φτιάξω μια πιο υγιή ζωή.Και εσύ μαζί μου θα δεις πως μπορώ να γίνω καλύτερος από αυτόν που με έσωσες».
Αλλά σαν άλλος συνταξιούχος που ξέρει μόνο να δουλεύει, αρνείται. Φοβάται ότι θα του χαλάσουν όσα έχτιζε τόσα χρόνια.
Έρχεται στο αυτί τους και τους ψιθυρίζει:
«Εγώ ήμουν δίπλα σου κάθε φορά που μετρούσες τα σημάδια σου και σου έβρισκα τρόπους να τα κρύψεις.
Σου έδινα δύναμη να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού μετά το σχολείο, ενώ δεν ήξερες τι μέρα θα ακολουθήσει.
Φύτευα στο μυαλό σου όμορφες σκέψεις για να μπορέσεις να κοιμηθείς τα βράδια, την ώρα που ευχόσουν η επόμενη μέρα να είναι καλύτερη.
Σου έμαθα να αναγνωρίζεις από τα βήματα που ακούς αν κινδυνεύεις, τυλιγόμουν γύρω σου και μείωνα τον πόνο.
Και θες τώρα να με διώξεις;
Πώς θα επιβιώσεις;»
Ξαφνικά αυτός που ήταν σύμμαχος, έρχεται στη θέση του εχθρού. Δεν μπορεί να κατανοήσει πως δεν υπάρχει πια κίνδυνος. Δε θέλει να πιστέψει πως δεν είναι πια χρήσιμος.
Μάχονται να τον προλάβουν, να μη χειριστεί αυτός τις καταστάσεις, αλλά εκείνοι.
Ενήλικες πλέον, που παρ’ όλα τα τραύματά τους, είναι πλήρως ικανοί όχι απλά να επιβιώσουν, αλλά να ζήσουν τη ζωή που ονειρεύονταν ως παιδιά.
Ένας αγώνας να ξεφύγουν από νόρμες και μαθημένες συμπεριφορές.
Κάθε γεγονός στη ζωή και μια ευκαιρία να μετρήσουν πόση πρόοδο έχουν κάνει.Θα τον προλάβουν; Θα τρέξουν πιο γρήγορα; Έπιασαν τόπο οι συνεδρίες ή έχουν ακόμα δρόμο;
Δυστυχώς κανείς μας δεν μπορεί να εξηγήσει στον θείο πώς ναι! Έπαθε! Και όχι μόνο δεν έγινε άνθρωπος, αλλά αναπαράγει παλιές, κακές ατάκες: «Έτσι ήταν τότε,Ε δεν πάθαμε και τίποτα, πολύ ευαίσθητοι έχετε γίνει»
Άνθρωποι δίπλα μας παλεύουν κάθε μέρα να μάθουν να ζουν από την αρχή, να γίνουν οι προστάτες που δεν είχαν ποτέ. Να εξηγήσουν στον ίδιο τους τον εαυτό πως «όχι, όποιος σε αγαπάει δε σε πονάει».
Κάποτε έδιναν μάχη για να επιζήσουν· τώρα παλεύουν για να μάθουν αυτά που έπρεπε να τους είχαν διδάξει.
Μην τους ψάξεις, δεν τους φαίνεται!
Κρύβονται κάτω από χαμόγελα, δυναμισμό κι ένα πείσμα που μοιάζει σχεδόν εξωγήινο.
Δε θα σου πουν τι έχουν ζήσει, δε θέλουν να σου μαυρίσουν την καρδιά.
«Δεν χρειάζεται κιόλας», θα τους ακούσεις να λένε.
Δεν περιμένουν από σένα επιβεβαίωση για το μέγεθος αυτών που έζησαν.
Γιόρτασε όμως μαζί τους κάθε νίκη κι ας μην ξέρεις με ποιον ακριβώς παλεύουν.
Το θέμα είναι ότι νικάνε σ‘ έναν αγώνα που δεν τους άξιζε να μπουν εξ αρχής.













