Δεν ξέρω τι σκεφτόσασταν να γίνετε στη ζωή σας όταν βλέπατε τον εαυτό σας ως ενήλικα, αλλά δικό μου όνειρο ήταν να γίνω βιβλιοπώλης.
Ναι κι όμως!
Με φανταζόμουν να είμαι σ’ ένα μικρό, συνοικιακό βιβλιοπωλείο και να περιφέρομαι σε ένα όμορφο χάος, πνιγμένο στους χάρτινους θησαυρούς.
Ονειρευόμουν, όχι μόνο να βοηθάω τον κόσμο να βρει αυτό που ψάχνει αναγνωστικά, αλλά να του δίνω μια οπτική στην ίδια τη ζωή, όταν όλα γύρω έμοιαζαν μάταια. Ίσως γιατί τον βιβλιοπώλη, στα παιδικά μου μάτια, τον έβλεπα σαν ένα φύλακα της ψυχής και της σκέψης.
Και μπορεί η φιλοδοξία να μπήκε με τα χρόνια σε παύση, αλλά δεν ξεριζώθηκε ποτέ. Κάποιος λόγος θα υπάρχει που είναι ακόμα εκεί, αλλά ούτε και εγώ τον ξέρω προς το παρόν!
Πάντα με τραβούσαν ιστορίες που διαδραματίζονται σε αινιγματικές βιβλιοθήκες, εμπλέκουν συγγραφείς ή απευθύνονται σε βιβλιόφιλους, γιατί αισθανόμουν πως μιλούν για τη «φυλή» μου.
Έτσι, όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Carsten Henn «Ο Ταχυδρόμος των βιβλίων» (Εκδόσεις Μεταίχμιο), κάτι γνώριμο σκίρτησε μέσα μου. Μπορεί αρχικά να δίστασα όταν είδα ν’ αναγράφει best seller (έχω διαβάσει πολλά απογοητευτικά βιβλία ευρείας αποδοχής), αλλά την ευκαιρία την έδωσα. Και πάλι καλά δηλαδή!
Λίγα λόγια για την ιστορία
Ο Καρλ, είναι ένας 72χρονος υπάλληλος του βιβλιοπωλείου «Η Πύλη της Πόλης», ενός «χάρτινου σπιτιού» στο οποίο αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του, έχοντας ως φύλακα και μέντορα τον ιδιοκτήτη και καλό του φίλο Γκούσταβ.
Ο Γκούσταβ, όμως, μεγάλωσε και ο ανηλεής χρόνος τον οδήγησε σε μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, αφήνοντας στο τιμόνι της επιχείρησης την κόρη του Σαμπίνε.
Η Σαμπίνε επιθυμεί ν’ αλλάξει την εικόνα του βιβλιοπωλείου και τον προηγούμενο τρόπο διοίκησης, ανάγοντας ουσιαστικά τον πάλαι πότε χώρο σύνδεσης και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων, σε μαγαζάκι ταχείας κατανάλωσης και πώλησης.
Μαντέψτε ποιος δεν χωράει σε αυτό το project!
O Καρλ, όμως, είναι μια ιδιαίτερα αγαπητή φιγούρα ανάμεσα στους θαμώνες του βιβλιοπωλείου γιατί, εκτός από γνώστης του αντικειμένου, είναι κι ένας άνθρωπος με ενόραση. Έχει αυτή τη σιωπηλή δύναμη και την αίγλη του παλιού βιβλιοπώλη, που διαβάζει πρώτα τα μάτια σου και μετά την ψυχή σου.
Κι είναι τόση η αγάπη και το πάθος του για τη δουλειά, που όταν κλείνουν τα φώτα του βιβλιοπωλείου, φορτώνεται βιβλία που ο ίδιος έχει τυλίξει με αγάπη και τα πηγαίνει στα σπίτια μιας κλειστής ομάδας πελατών. Τα παραδίδει με φροντίδα, αφού μοιραστεί μαζί τους δυο λόγια για αυτά.
Καθώς αναπνέει για και εξαιτίας των βιβλίων, έχει κάπως μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες. Κι ενώ θυμάται τι βιβλίο έχει δώσει και πότε, δυσκολεύεται να θυμηθεί τ’ όνομα του πελάτη που μπορεί να εξυπηρετεί εδώ και δέκα χρόνια! Για αυτό και τους βαφτίζει με ονόματα πρωταγωνιστών βιβλίων, ανάλογα με τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Τι υπέροχος και φανταστικός τρόπος όμως να θυμάσαι κάποιον!
Ένα από αυτά τα απογεύματα μετά τη δουλειά, ένα κοριτσάκι που τον παρατηρεί εδώ και καιρό να κάνει την ίδια διαδρομή μέσα από την πλατεία, τολμά να του μιλήσει στην προσπάθειά της να τον γνωρίσει και ν’ ανακαλύψει τι κάνει στ’ αλήθεια ένας ταχυδρόμος των βιβλίων.
Ο Καρλ είναι μια φιγούρα με αυστηρά δομημένο πρόγραμμα και χρονοδιάγραμμα που δεν έχει συνηθίσει να αλληλοεπιδρά, όχι μόνο με παιδιά, αλλά και με κανέναν άνθρωπο εκτός του βιβλιοχώρου που κινείται.
Η επιμονή, όμως, της μικρής Σάσα δεν αφήνει πολλά περιθώρια στις δεύτερες σκέψεις του -νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ η λέξη «περιθώριο», ούτε σαν σκέψη- και έτσι ένα ταξίδι γνωριμίας ξεκινά, καθώς αυτοί οι δύο μοιράζονται την απογευματινή συνήθεια παράδοσης των πολύτιμων δεμάτων.
Όταν ο Καρλ απολύεται από τη Σαμπίνε ύστερα από μια σειρά επεισοδιακών συγκρούσεων, εκείνος νιώθει άδειος και χωρίς σκοπό στη ζωή του.
Φανταστείτε να έχεις δώσει ό,τι έχεις και δεν έχεις για μια αγάπη και κάποιος να σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, όχι γιατί δεν είσαι αρκετά καλός, αλλά γιατί όσα πρεσβεύεις – ανθρωπιά, ενσυναίσθηση, κατανόηση, διάδραση – δεν χωράνε στον κόσμο του fast selling bookstore.
Η Σάσα, που είναι ν’ απορείς πώς 9 χρονών παιδάκι έχει τόση διαύγεια σκέψης, είναι αυτή που τον σηκώνει από το πάτωμα της απογοήτευσης που τον καταπίνει και του δείχνει έναν νέο δρόμο που δεν παρεκκλίνει από την αφοσίωση της ζωής του.
Μέχρι που…
Ε, δε θα σας πω παρακάτω, γιατί θα χάσετε και την ανακάλυψη αυτής της μαγικής ιστορίας!
Σκέψεις γύρω από τις σελίδες
Από τα γραφόμενά μου, οι περισσότεροι από εσάς θα νομίζετε πως πρόκειται για μια γλυκανάλατη ιστορία μεταξύ ενός καλού γεράκου και μιας σπιρτόζας πιτσιρίκας.
Ως ένα σημείο, κάποιο δίκιο το έχετε! Δε θα έμπαινα όμως στη διαδικασία να γράψω αναλυτικά για μια απλά καλή ιστορία που θα ζεστάνει την καρδούλα σας σαν ζεστή σοκολάτα μες το καταχείμωνο!
Αν και σύντομο, το βιβλίο θίγει σοβαρά κοινωνικά φαινόμενα μ’ έναν καθημερινό τρόπο που όμως ενοχλεί.
Παιδικό τραύμα, απώλεια, μοναξιά, εγκατάλειψη, αναλφαβητισμός (αυτό κι αν δεν το περίμενα γιατί δεν γίνεται συχνή αναφορά), ενδοοικογενειακή βία, νεοπλουτισμός και μια ανάγκη συνεχούς επιβεβαίωσης μέσω του καθρέφτη των άλλων ήταν λίγες από τις θεματικές που εντόπισα σε μια πρώτη ανάγνωση.
Υπήρξαν σημεία που σταμάτησα να πάρω μια ανάσα, σημεία που θύμωσα, αναφορές που αυθόρμητα παραλλήλισα με ανθρώπους γύρω μου ή ακόμα και εμένα.
Με έβαλε σε σκέψεις για το πόσο αδίστακτους μπορεί να μας πλάσει ένα τραύμα που δεν αντιμετωπίζεται εγκαίρως ή έστω εν καιρώ, πόσο φως από τα μάτια μάς κλέβει η πεποίθηση πως με τη δύναμη και την επαγγελματική κυριαρχία έχουμε το δικαίωμα είτε να ορίζουμε, είτε να διαγράφουμε τις ζωές των ανθρώπων γύρω μας. Πόσο γελοία κενόδοξους μας χτίζει εκείνη η τρύπα που έχουμε πετάξει τη συγχώρεση, γιατί δεν τη θεωρούμε τελικά και τόσο απαραίτητη.
Κατέληξα σε ένα συμπέρασμα που όταν το έλεγα στους δικούς μου, πίστευαν πως είναι μπούρδες της εφηβείας και αντιδραστικά μανιφέστα.
Νομίζουμε πως οι άνθρωποι που μας πλαισιώνουν (στην οικογένεια, στον εργασιακό χώρο, στις φιλικές παρέες και γενικότερα στον κύκλο των ανθρώπων που ερχόμαστε σε μια καθημερινή τριβή), μας κατανοούν, μας γνωρίζουν καλά γιατί δεν κρύβουμε σε αυτούς τα χρώματά μας, μας στηρίζουν, όπως υποστηρίζουμε κι εμείς. Μοιραζόμαστε υποτίθεται μια κοινή πορεία ζωής σε κάτι και μια διαδρομή όπου μαζί δημιουργούμε ειρήνη και ομορφιά στον κόσμο.
Η αλήθεια είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι ιδέα δεν έχουν για εμάς. Γιατί ουσιαστικά γνωρίζουν μόνο αποσπασματικά κομμάτια του ποιοι είμαστε ή το πώς αντιδρούμε, χωρίς να έχουν διάθεση και χρόνο να δουν από τι είμαστε φτιαγμένοι, τι γλώσσα μιλάει η ψυχή μας. Μένουν μόνο στην γλώσσα που ακούνε και σε αυτή που καταλαβαίνουν.
Ο Καρλ του σημερινού βιβλίου μου επιβεβαίωσε αυτό που πιστεύω: Θα αγαπήσεις και θ’ αγαπηθείς με όλα σου τα σημάδια από ανθρώπους ξένους.
Ανθρώπους που παλεύουν, όχι να ξορκίσουν τις πληγές τους σαν να μην υπήρξαν ποτέ, αλλά που τις δέχονται και τις μπαντάρουν μόνοι με αξιοπρέπεια.
Ανθρώπους που δε ζουν για τον εαυτό τους, αλλά επιμένουν να μένουν ρομαντικοί και να θεωρούν πως η συλλογικότητα είναι το φάρμακο για τον πόνο του κόσμου.
Και ξέρεις γιατί;
Γιατί αυτοί οι ξένοι, τα κλωτσοσκουφάκια για πολλούς, πήραν τα μάτια από το πρόσωπό τους και τα σφήνωσαν στην καρδιά τους. Με αυτή επέλεξαν να γνωρίζουν και να διαβάζουν τους ανθρώπους γύρω τους.
Κι είναι η καρδιά το πιο ειλικρινές μέρος για να μάθεις ποιον έχεις απέναντί σου στ’ αλήθεια!













