Ριφιφί το [rififí] Ο (άκλ.) : μέθοδος διάρρηξης και κλοπής κατά την οποία οι δράστες μπαίνουν σε ένα οίκημα από άνοιγμα που το σκάβουν στον τοίχο άλλου εφαπτόμενου κτίσματος.
Μια κωμωδία παρεξηγήσεων
– Είδα το «Ριφιφί» τις προάλλες. Το έχεις δει;
– Τι βγήκε κιόλας; Αφού ήταν να βγει την άλλη εβδομάδα.
– Τι εννοείς η ταινία είναι του 1955.
– Α, του Ντασέν λες, εγώ έλεγα για τη νέα σειρά του Τσαφούλια.
Μία αθώα κωμωδία παρεξηγήσεων. Όταν άλλα εννοεί ο ένας κι άλλα ο άλλος. Μία συνομιλία που μου συνέβη μία εβδομάδα πριν. Κάπως υποσυνείδητα είδα, λοιπόν, το κλασικό «Ριφιφί». 70 χρόνια μετά όλοι περιμένουν να δουν το νέο, φρέσκο ελληνικό «Ριφιφί» με αέρα 90s. Η σειρά πράγματι έκανε πρεμιέρα στις 15/12 στη Cosmote. Συνδρομή δυστυχώς δεν έχω για να σας πω την γνώμη μου, όποτε θα αρκεστώ σε γνώμη φίλων και γνωστών. Αλλά μόνο από το cast, τον Τσαφούλια και το trailer, ο πήχης έχει ανέβει ήδη ψηλά και δεν πιστεύω ότι θα απογοητεύσει.
Ριφιφί (1955)
Με αφορμή, λοιπόν, όλα αυτά, αποφάσισα σήμερα να σας μιλήσω για την ταινία «Ριφιφί» του Ζιλ Ντασέν, (“Du rififi chez les hommes”) του 1955. Μία από τις πιο κλασικές του είδους του film noir και των ταινιών – ληστείας (heist movies). Εκεί που θα σταθώ βέβαια (σπόιλερ) είναι στη σκηνή της ίδιας της ληστείας, η οποία παίρνει το ένα τέταρτο του χρόνου προβολής της ταινίας, συνολικά 33 λεπτά. Γυρισμένη μόνο με φυσικό ήχο, χωρίς διάλογο ή μουσική(!), αποτελεί το «κέντρο» της ταινίας από πολλές απόψεις(1).

To “film – noir”, εμφανίστηκε πρώτα στις δεκαετίες ’40 – ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πολλοί θεωρητικοί του κινηματογράφου υποστηρίζουν πως αναπτύχθηκε και άκμασε στην Γαλλία. Ο όρος “film – noir” δόθηκε από τον Γάλλο κριτικό Nino Frank το 1946, όρος που δεν αναγνωρίστηκε αμέσως από την Αμερικανική Κινηματογραφική Βιομηχανία.
Έχοντας μπει από το 1950 στην Μαύρη Λίστα του Hollywood και έτσι μη μπορώντας να βρει δουλειά, ο Ντασέν κατέφυγε στη Γαλλία για να γυρίσει το «Ριφιφί». Η ταινία αυτή πρόκειται και για την πρώτη του γαλλόφωνη. Μετά από αυτή θα ακολουθήσουν οι ταινίες «Αυτός που πρέπει να πεθάνει» του 1957 (“Celui qui doit mourir”) και «Ο νόμος» του 1958 (“La Loi”)
Η συμβολή του Ντασέν λοιπόν στο γαλλικό film-noir, υπήρξε καθοριστική. Έχοντας τα ερεθίσματα της αμερικανικής σχολής, μεταφέρει αυτούσια την οπτική και τη θεματική παράδοση του noir στο «Ριφιφί». Την ίδια περίοδο, οι κριτικοί των “Cahiers du Cinema” μορφοποιούσαν την θεωρία των auteurs και κυοφορούσαν την nouvelle vague. Είναι γνωστό εξάλλου πως οι σημαντικότεροι από αυτούς, δήλωναν θαυμαστές του αμερικανικού κινηματογράφου.
Ίσως για αυτό ονόμασαν την ταινία του Ντασέν ως “γνήσιο noir”, και μετέπειτα σε έργα τους να χρησιμοποιήσουν παρόμοιες τεχνικές (2). Ο Φρανσουά Τρυφώ είχε δηλώσει: «από το χειρότερο αστυνομικό μυθιστόρημα που διάβασα ποτέ, ο Ζύλ Ντασέν έκανε την καλύτερη αστυνομική ταινία που έχω δει ποτέ και όλα στο Ριφιφί είναι ευφυή: σενάριο, διάλογος, σκηνικά, μουσική, επιλογή ηθοποιών.» (3)
Για να μπείτε στο κλίμα, αν δεν έχετε ήδη μπει, η πλοκή: Η ταινία ακολουθεί τον βετεράνο κακοποιό Τόνι (Jean Servais) που μετά την αποφυλάκισή του, αναγκάζεται να συνεργαστεί με τους παλιούς του φίλους για μια «τέλεια» ληστεία κοσμημάτων σε πολυτελές παρισινό κοσμηματοπωλείο, όμως η επιτυχία της διάρρηξης ανατρέπεται από την απληστία και τις προσωπικές σχέσεις, οδηγώντας σε αιματηρές συνέπειες κι αντίποινα από την αστυνομία και αντίπαλες συμμορίες.
“Η ταινία έχει την δομή μιας κλασικής τραγωδίας: Πράξη Ι «Η προετοιμασία της ληστείας», Πράξη ΙΙ «Η ληστεία», Πράξη ΙΙΙ «Η τιμωρία, η εκδίκηση, ο θάνατος»” (4)
Με την ταινία αυτή ο Ντασέν κέρδισε, το 1955, το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Στην συγκεκριμένη τελετή θα γνωρίσει και την Μελίνα Μερκούρη, όπου θα γίνουν και ένα από τα πιο γνωστά ζευγάρια στην ιστορία του κινηματογράφου.
Δείτε εδώ το opening του φεστιβάλ των Καννών: https://fresques.ina.fr/festival-de-cannes-en/fiche-media/Cannes00023/opening-of-the-1955-festival.html
Η σκηνή της ληστείας

Η σκηνή αποτελεί ένα άριστο παράδειγμα αρτιότητας κι επίτευξης του απόλυτου σασπένς. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να αποβεί μοιραίος, μία λάθος κίνηση μπορεί να τα ανατρέψει όλα. Οι πράξεις μιλάνε από μόνες τους χωρίς πολλά–πολλά. Σίγουρα σε νεότερες ταινίες με παρόμοια θεματική, θα έχετε δει μία τέτοια σκηνή που περιγράφω, αλλά σίγουρα δε θα έχετε δει να γίνεται με ένα τόσο προσεκτικό και λεπτομερή τρόπο. Τόσα ευφάνταστα ευρήματα σε μία μόνη σκηνή. Τα μυστηριώδη εργαλεία, η προσμονή του αποτελέσματος, το ήδη δεμένο σκοινί στη βαλίτσα και φυσικά η ομπρέλα.
Η κινηματογράφηση δείχνει αυτή την ένταση με στατικές και κοντινές λήψεις, επικεντρώνοντας στα εργαλεία, στις κινήσεις των χεριών και στα αντικείμενα. Η χρήση κοντινών πλάνων και προσεκτικών συνθέσεων ενισχύει τον χαρακτήρα της δράσης και αναδεικνύει την τεχνική επιδεξιότητα των χαρακτήρων, μετατρέποντας την σκηνή σε μια σχεδόν τελετουργική διαδικασία.
Τέσσερις άντρες, τέσσερις διαφορετικοί χαρακτήρες, που όλοι μαζί με απόλυτη ακρίβεια, εκτελούν το σχέδιο τους. Το μόνο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των χαρακτήρων είναι τα βλέμματα. Σαν ένα τελετουργικό, σαν ιατρική επέμβαση κάθε λεπτό μετράει. Και για αυτό ο μεγαλύτερος εχθρός είναι το ρολόι, κάτι που ο Ντασέν μας υπογραμμίζει συνεχώς, δείχνοντας μας τους πρωταγωνιστές του να κοιτούν συνεχώς την ώρα.
Ο συνθέτης της ταινίας, Georges Auric πίστευε ότι θα ήταν καταστροφή να υπάρξει μια τόσο μεγάλη σεκάνς χωρίς διαλόγους. Ο Auric επέμεινε να γράψει ένα μουσικό κομμάτι για τη σκηνή και τελικά το έκανε με δική του πρωτοβουλία. Αργότερα, ο Ντασέν έπαιξε τη σκηνή για τον Auric δύο φορές: μία με τη μουσική επένδυση και μία χωρίς. Ο Auric γύρισε προς το μέρος του και παραδέχτηκε: «Χωρίς τη μουσική».
Ο Ντασέν υποστήριζε ότι το σκεπτικό πίσω από την ιδέα της σκηνής, ήταν ο ρεαλισμός κι αυτό γιατί ενισχύει την ομαδική συνεργασία των χαρακτήρων, υπό πίεση, και δείχνει ότι οι χαρακτήρες μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους χωρίς να χρειάζονται λόγια. Λειτουργούν σε μια κατάσταση απόλυτης σιωπής, όπου οποιοσδήποτε ήχος ο θανάσιμος εχθρός τους (όπως όταν ο Jo χτυπά κατά λάθος το πιάνο).
Για παράδειγμα, για αυτό ο Σέζαρ φορά παντόφλες μπαλέτου κατά τη διάρκεια της ληστείας. Η αφαίρεση της μουσικής και των διαλόγων στη ληστεία, αποτελεί σκόπιμη αισθητική επιλογή, για να τονίσει την ένταση και την επικέντρωση στη διαδικασία/τεχνική του εγκλήματος.
Αν θέλετε λοιπόν ή αν σας προέκυψε η επιθυμία, να ανακαλύψετε το είδος του film–noir, τότε το “Ριφιφί” του Ντασέν αποτελεί μία καλή αρχή.
Βέβαια… αν κάποιος ψάξει θα δει ότι το film – noir, υπήρχε ήδη στην Ελλάδα. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.
Βιβλιογραφία
(1) Η ληστεία αποτελεί το κέντρο της ταινίας, τόσο χρονολογικά όσο και τοπογραφικά — το κατάστημα που ληστεύουν είναι το πιο κεντρικό από τις κύριες τοποθεσίες της ταινίας. Περισσότερα: https://www.thecinetourist.net/du-rififi-chez-les-hommes—reading-topotropically.html
(2) Στάθης Βαλούκος – Ιστορία του Κινηματογράφου (2003, Αιγόκερως) σ.σ.420
(3) François Truffaut – The Films In My Life (1985, Touchstone) pp.209
(4) ό.π.













