Εκείνη την νύχτα ξύπνησα απότομα, ενώ το μόνο που λαχταρούσα ήταν να βυθιστώ ξανά στο όνειρο και να συνεχίσω να σε βλέπω. Τα μάτια σου έλαμπαν σαν να έκρυβαν μέσα τους ολόκληρους γαλαξίες, το χαμόγελό σου ήταν ζεστό και καθησυχαστικό, και το πρόσωπό σου παράξενα οικείο, παρόλο που ήμουν βέβαιη πως δεν σε είχα αντικρίσει ποτέ ξανά.
Κι όμως, κάτι μέσα μου επέμενε πως έπρεπε να κρατήσω την εικόνα σου. Σαν να όφειλα να πάρω μαζί μου την ανάμνησή σου έξω από τον ονειρικό κόσμο, να τη φυλάξω προσεκτικά μέσα μου, ώστε να σε αναγνωρίσω όταν η ζωή αποφάσιζε να μας φέρει επιτέλους στον ίδιο δρόμο.
Οι μέρες πέρασαν. Η καθημερινότητα σκέπασε το όνειρο σαν πρωινή ομίχλη. Οι λεπτομέρειες ξεθώριασαν, τα χαρακτηριστικά σου άρχισαν να θολώνουν στο μυαλό μου και η ανάμνησή σου έγινε κάτι ανάμεσα σε αίσθηση και φαντασία.
Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Είχα βγει με μια φίλη. Η νύχτα κυλούσε ανέμελα, ώσπου, πάνω στην παρόρμηση της στιγμής, αποφάσισε να φύγει. Είχαμε έρθει μαζί με το ίδιο αυτοκίνητο, όμως εκείνη απομακρυνόταν ήδη γελώντας. Το μακρύ της φόρεμα ανέμιζε γύρω από τα πόδια της και το βήμα της ήταν ελαφρύ, σχεδόν χοροπηδητό, σαν μικρό κορίτσι που δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη βαρύτητα του κόσμου.
Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένη, προσπαθώντας να καταλάβω τι μόλις είχε συμβεί.
Και τότε ένιωσα ένα χέρι να ακουμπά απαλά την πλάτη μου.
Γύρισα.
Και σε είδα.
Ακριβώς όπως στο όνειρο.
Η ίδια ανεπιτήδευτη γοητεία. Λίγο αξύριστος, με μια τραγιάσκα να σκιάζει ελαφρά το μέτωπό σου και εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να με γνωρίζει πολύ πριν συστηθούμε.
Για όσα ακολούθησαν δεν έχω ποτέ βρει λογική εξήγηση.
Ήταν μια έλξη αρχέγονη, ακατανίκητη. Κάτι που γεννήθηκε πέρα από λέξεις, πέρα από σκέψη. Σαν να αναγνώρισαν οι ψυχές μας η μία την άλλη πριν προλάβουν να το κάνουν τα μάτια.
Τα πρόσωπά μας πλησίασαν αργά. Τα χείλη μας έφτασαν σε απόσταση αναπνοής. Για μια στιγμή σταματήσαμε και οι δύο. Πήραμε την ίδια βαθιά ανάσα, σαν να πέρασε από το μυαλό μας η ίδια σκέψη: «Τι πάμε να κάνουμε;»
Μα η λογική δεν είχε πια θέση ανάμεσά μας.
Την αφήσαμε στην άκρη και φιληθήκαμε.
Αργά. Βαθιά. Με μια τρυφερότητα που έκρυβε μέσα της αχαλίνωτο πάθος.
Πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα έσκιζαν τον ουρανό κεραυνοί. Ολόκληρο το σώμα μου έμοιαζε να διαπερνάται από ηλεκτρισμό. Δεν ήταν απλώς ένα φιλί· ήταν μια έκρηξη, μια αναγνώριση, μια επιστροφή σε κάτι που δεν ήξερα ότι είχα χάσει.
Λίγο αργότερα ενωθήκαμε, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος γύρω μας. Σαν να είχαμε γλιστρήσει σε έναν δικό μας χωροχρόνο, όπου δεν υπήρχε παρελθόν ούτε μέλλον, μόνο εκείνη η στιγμή.
Το αγκάλιασμά σου, τα φιλιά σου, η ενέργειά σου με τύλιγαν σαν ζεστό φως. Κάθε άμυνα που κουβαλούσα χρόνια ολόκληρα έλιωνε αθόρυβα. Το σώμα μου αφέθηκε χωρίς φόβο. Το νευρικό μου σύστημα ηρέμησε με έναν τρόπο που δεν είχα ξαναζήσει ποτέ.
Ένιωσα ασφαλής.
Ένιωσα επιθυμητή.
Ένιωσα αγαπημένη.
Κι αυτό ήταν ίσως το πιο τρομακτικό απ’ όλα.
Γιατί οι άνθρωποι με περιγράφουν συχνά ως ψυχρή. Απόμακρη. Δύσκολη να ανοιχτεί.
Κι όμως, στα χέρια σου παραδόθηκα χωρίς μάχη. Ξεδιπλώθηκα μπροστά σου όπως δεν είχα ξεδιπλωθεί ποτέ σε κανέναν. Σαν λουλούδι που περίμενε το σωστό φως για να ανθίσει.
Και από εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, ρίζωσες μέσα μου.
Στην καρδιά μου.
Στις σκέψεις μου.
Στο σώμα μου.
Σε κάθε ανάσα που παίρνω όταν η νύχτα πέφτει και θυμάμαι εκείνο το όνειρο που τελικά δεν ήταν όνειρο, αλλά η αρχή της ιστορίας μας.












