Νομίζω, ήταν πριν ένα χρόνο όταν την ανακάλυψα τυχαία στην τηλεόραση. Είχε έναν περίεργο τίτλο, κάπως catchy. Ήταν αργά βράδυ θυμάμαι, και δεν το πολυσκέφτηκα.
«Let’s give it a shot», είπα! Είδα γρήγορα-γρήγορα, την υπόθεση….και λέω «εδώ είμαστε».
50s cult, αμερικάνικο θρίλερ, τύπου b-movie. Παλιότερα είχα κόλλημα με ταινίες τέτοιου είδους. Έχουν μία γλύκα. Θες τα practical effects; Τα καθόλου τρομακτικά τέρατα, τα στάνταρ μουσικά ακούσματα σασπένς, οι μοιραίοι χαρακτήρες; Κρύβουν μια ομορφιά όλα αυτά, που αξίζει κανείς να θαυμάσει.
“A Bucket of Blood”, λοιπόν, η ταινία μας, του 1959. Στα ελληνικά: «Ματωμένα Γλυπτά» (πόσο λατρεύω τις ελληνικές μεταφράσεις που προσπαθούν να κάνουν πιο catchy τίτλους. Κάποιες φορές πετυχαίνει, άλλες όχι. Εδώ πετυχαίνει νομίζω, γιατί απ’ το να λεγόταν η ταινία «Κουβάς με αίμα», είναι σκάλες ανώτερο. Anyway, ας μην παρασέρνομαι).
Σκηνοθέτης της ο Roger Cornman, “ο Βασιλιάς του Cult”, που έφυγε απ’ τη ζωή πρόσφατα, σε ηλικία 98 ετών. Ένας πρωτοπόρος του σινεμά, που σ’ αυτόν οφείλει ο κινηματογραφικός κόσμος πολλά. Χάρις σε αυτόν, αναδείχθηκαν πολλοί κινηματογραφικοί αστέρες του σινεμά όπως ο Jack Nicholson, ο Robert De Niro αλλά και σκηνοθέτες όπως ο Martin Scorsese και ο Francis Ford Coppola, μέσω της εταιρίας του, την New World Pictures.
Πρωταγωνιστούν οι Dick Miller, Barboura Morris, Antony Carbone, Ed Nelson και Bert Convy.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην beat κουλτούρα της West Coast στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Πρόκειται επίσης για την πρώτη συνεργασία του σκηνοθέτη με τον σεναριογράφο Charles B. Griffith. Μαζί θα συνεργαστούν ξανά για τις ταινίες The Little Shop of Horrors(1960) και Creature from the Haunted Sea(1961)
Η υπόθεση απλή, λίγο τραγελαφική αν θέλετε, αλλά πάρα πολύ ενδιαφέρουσα:
Ο Walter Paisley είναι ένας ντροπαλός κι αδέξιος σερβιτόρος σ’ ένα καλλιτεχνικό καφέ γεμάτο εκκεντρικούς beat ποιητές κι επίδοξους καλλιτέχνες. Θέλοντας απεγνωσμένα να γίνει κι αυτός καλλιτέχνης και να κερδίσει την εκτίμηση της παρέας, προσπαθεί να γίνει γλύπτης.
Κατά λάθος σκοτώνει την γάτα της σπιτονοικοκυράς του και, σε μια στιγμή πανικού, την καλύπτει με γύψο. Το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει τον κύκλο των καλλιτεχνών, οι οποίοι θεωρούν το έργο του «ιδιοφυές». Ενθαρρυμένος από την ξαφνική αναγνώριση, ο Walter αρχίζει να δημιουργεί κι άλλα «γλυπτά» — αυτή τη φορά όμως χρησιμοποιεί ως μοντέλα… πραγματικούς ανθρώπους. Καθώς η φήμη του μεγαλώνει, οι φόνοι του αυξάνονται κι η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, οδηγώντας σ’ ένα σκοτεινά ειρωνικό και χαρακτηριστικό φινάλε.
Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκησαν 5 μέρες με budget 50.000 δολάρια. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής Dick Miller, είχε δηλώσει πως ήταν δυσαρεστημένος με την ταινία, λόγω ακριβώς του low–budget, γιατί όπως υποστήριζε, «η ταινία μπορούσε να γίνει μία κλασική ταινία».
Και επειδή λατρεύω τα trivia, για κάποιο λόγο, οι χαρακτήρες που υποδύθηκε ο Miller, σχεδόν σε όλα τα επόμενα project του (είτε θεατρικά είτε κινηματογραφικά), έχουν το ίδιο όνομα: Walter Paisley. Μάλλον κάποιο inside joke έπαιζε!

Όταν τελείωσε η ταινία… ήθελα κι άλλο, δεν πίστευα ότι αυτό ήταν όλο.
Θα μου πείτε «Δανάη καλά όλα αυτά, αλλά…τι φάση;».
Εντάξει, δεν σας αδικώ’ όπως είπα η ταινία είναι ιδιαίτερη. Αλλά δεν πρόκειται για ένα απλό b–movie, αλλά για κάτι μεγαλύτερο. Βλέπει με σατυρική ματιά την «beat κουλτούρα», μ’ έναν τρόπο όμως που δεν τη μειώνει. Βέβαια την ίδια στιγμή η ταινία συμβάλλει στην διαμόρφωση του στερεότυπου του beatnik, του νέου καλλιτέχνη με το μαύρο ζιβάγκο, τον μπερέ και το κόκκινο γενάκι, πράγμα όχι ιδιαίτερο κακό, αλλά το κίνημα των beatniks, ήταν κάτι περισσότερο από αυτό. Άλλες ταινίες που συγκαταλέγονται σ’ αυτό το φαινόμενο, είναι το Visit to a small planet (1960) με τον Jerry Lewis και το Funny Face (1957) με την Audrey Hepburn.
Κι οι τρεις ταινίες που ανέφερα έχουν ένα κοινό στοιχείο: το underground ψαγμένο–καλλιτεχνικό beat καφέ. Κοινό φαινόμενο και στα τρία είναι ότι ο επισκέπτης με το που μπαίνει, δε βλέπει τίποτα από τους καπνούς και δεν ακούει τίποτα από τους ήχους της τζαζ.
Άραγε υπάρχουν ακόμα τέτοια μέρη, και αν ναι, είναι στα αλήθεια έτσι; Εκεί θα βρει κανείς καλλιτέχνες που μιλάνε για την φιλοσοφία, την τέχνη και την ομορφιά της ζωής, ποιητές που απαγγέλουν τα ποιήματα τους, ζωγράφους που εξηγούν τα έργα τους και νέοι που αφήνονται στον ρυθμό της μουσικής. Όπως λέει και ο ποιητής Maxwell H. Brock, στην αρχή της ταινίας:
«I will talk to you of Art, for there is nothing else to talk about, for there is nothing else. Life is an obscure hobo bumming a ride on the omnibus of Art.»

Και κάπως έτσι με αυτό το πρώτο άρθρο, ήρθε η λύση του μυστηρίου: γιατί η στήλη λέγεται έτσι;
«Yellow Door» λέγεται το beat-café της ταινίας. Αποφάσισα να την ονομάσω λοιπόν έτσι, ως ελάχιστο φόρο τιμής στην ταινία που τόσο αγαπώ, που παίζει να την έχω δει πια πάνω από πέντε φορές. Λίγο συναισθηματικό το ξέρω, φταίει όμως και λίγο αυτή η νέα αρχή.
Κλείνοντας θα σας ζητήσω μία χάρη (ακόμα δεν αρχίσαμε και ζητάω χάρες, I know but stay with me): Κάθε φορά που διαβάζετε ένα άρθρο αυτής της στήλης, θέλω να φαντάζεστε ότι βρίσκεστε σε εκείνο το καφέ, το Yellow Door, και πως μόλις ανοίξατε την εφημερίδα σας.
Και κάπως η κάμερα κάνει zoom–out από εσάς και πλέον βλέπουμε σε γκροπλάν το εσωτερικό του καφέ. Σε ένα ακριανό τραπεζάκι, κάποια γράφει σ’ ένα κίτρινο μπλοκ με ένα στυλό bic, φορώντας ένα μαύρο ζιβάγκο, πίνοντας ένα φλιτζάνι τσάι με γεύση φρούτα του δάσους.
Αυτή είμαι μάλλον εγώ!













