Στα παραμύθια τα σκοτάδια απλώνονται για λίγο πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, πριν το φως της καλοσύνης και της αγάπης επικρατήσει στον καθαρό ουρανό.
Το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» είναι το επιμύθιο και το σινιάλο για να κλείσει ένα παιδί τα μάτια και να κοιμηθεί στην ασφάλεια του κρεβατιού του.
Ο Άντερσεν, όμως, δεν ήταν ένας παραμυθάς για μικρά παιδιά. Ή τουλάχιστον όχι μόνο για αυτά. Ήταν ένας ολοκληρωμένος λογοτέχνης που δε δίσταζε να παραδώσει τους πρωταγωνιστές του στο περιθώριο -να τους πονέσει, να τους αποκαθηλώσει και να τους πλάσει απολύτως θνητούς- προκειμένου ν’ αφήσει στον καθένα μας ένα μάθημα και μια υπενθύμιση.
Οι ιστορίες του, βλέπετε, δεν ήταν εμπνευσμένες από τοπικούς θρύλους και λαϊκές παραδόσεις, αλλά δημιούργημα χρόνιας παρατήρησης της ανθρώπινης φύσης, η οποία μπορεί να είναι λειτουργικά ατελής και σίγουρα όχι τόσο αστραφτερή όσο παρουσιάζεται στα αναγνώσματα για καληνύχτα.
Το βιβλίο «Άντερσεν» του Αντώνη Τουμανίδη, το πρώτο βιβλίο της Τριλογίας των δολοφόνων (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα), εμπνέεται από αυτή τη σκοτεινή αισθητική του μεγάλου Δανού παραμυθά και δημιουργεί ένα ιδιαίτερο αστυνομικό θρίλερ.
Ή μήπως όχι μόνο;
Το «παραμύθι» ξεκινά κάπως έτσι…
Στο νησί Φιονία της Δανίας το πτώμα μιας γυναίκας βρίσκεται ημίγυμνο σε μια ακτή. Θα μπορούσε να είναι μια τυπική μέρα στη δουλειά για τον επιθεωρητή Μουρ και τη βοηθό του Άνια, όμως το θέαμα με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι δεν είναι σύνηθες.
Το μισό της σώμα είναι καλυμμένο με συνθετικά λέπια, ραμμένα πάνω στο ίδιο της το δέρμα. Μια αριστοτεχνική μεταμόρφωση από άνθρωπο σε γοργόνα.
Καμία εκδορά. Καμία ένδειξη πάλης και αντίστασης. Κανένα ίχνος. Λες και ο δράστης που φιλοτέχνησε την «τελετουργική» ( ; ) απεικόνιση της Μικρής Γοργόνας, δεν υπήρξε ουσιαστικά ποτέ.
Καθώς οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον ακολουθώντας την ταξιδιωτική γραμμή του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στην Ευρώπη… ένα είναι το τελικό συμπέρασμα: ο βασικός ύποπτος είναι νεκρός εδώ και 150 χρόνια.
Περί γραφής και άλλων μυστηρίων
Η γραφή του Αντώνη θα μπορούσε να παρομοιαστεί σαν ένας κεντητός πίνακας, με απόλυτη λεπτομέρεια και χειρουργική ακρίβεια χιλιοστού.
Η ιστορία υφαίνεται πόντο προς πόντο, χωρίς να καταλαβαίνεις ακριβώς τι συμβαίνει, παρά μόνο στα τελευταία κεφάλαια που αναρωτιέσαι πού σταματούν τα όρια μεταξύ του παραμυθιού κα της πραγματικότητας.
Λάτρεψα τον κινηματογραφικό τρόπο που αναπτύσσει τη ροή των εξελίξεων. Είναι σαν να έχεις μπει μέσα στο βιβλίο και παρακολουθείς σαν σιωπηλός θεατής την πλοκή.
Υπήρχαν στιγμές που σχεδόν ένιωθα τις υφές των αντικειμένων, μύριζα τον χώρο, ένιωθα τα πόδια μου να κουράζονται καθώς ακολουθούσα τους ήρωες, ενώ ήδη στο μυαλό μου είχα δημιουργήσει την οπτικοακουστική εμπειρία των χαρακτήρων.
Άλλωστε ο Αντώνης Τουμανίδης κατέχει απόλυτα τη διαχείριση σκηνής ως βραβευμένος σεναριογράφος και παραγωγός. Οπότε σίγουρα γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της 3d αφήγησης.
Αυτό, όμως, που ξεχωρίζει το συγκεκριμένο βιβλίο είναι τα παράλληλα σύμπαντα σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα.
Από τη μία τα πρωτόλεια παραμύθια του Άντερσεν, από την άλλη κλεφτές ματιές στη ζωή του μεγάλου λογοτέχνη σε real-life χρόνο κι έπειτα μια εικόνα στο σήμερα. Τρεις κόσμοι σε απόλυτη αρμονία μ’ έναν τρόπο που έχει νόημα, ενώ χρονικά είναι εντελώς παράταιροι.
Η τεχνική αυτή μου θύμισε το μυθιστόρημα του Michael Cunningham ‘The Hours’ που απόλαυσα λίγα χρόνια μετά στην ομώνυμη ταινία του Steven Daldry με τη Meryl Streep.
Μακάρι να μπορούσα να σας πω περισσότερα, αλλά θα σας κάνω σίγουρα spoilers!
Ο συγγραφέας πάντως καταφέρνει και ισορροπεί πάνω σε μια γοτθική αισθητική που πλέκεται με το γκροτέσκο και καταλήγει σε μια ανατριχιαστική αφήγηση, που ο φόβος υπάρχει πάντα σαν καθρέφτης κι αναπόσπαστο κομμάτι του δωματίου.
Τελικά ποιος είναι ο δολοφόνος;
Κι εκεί που έχω συλλέξει όλα τα στοιχεία και πιστεύω πως έχω φτάσει σ’ ένα ασφαλές συμπέρασμα… αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι μήπως τελικά δε διαβάζω αστυνομικό, αλλά έχω ανοίξει κάποιο «μυστικό παράθυρο» (αφήνω την καθόλου τυχαία αναφορά εδώ) σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Άλλωστε τα παραμύθια του Άντερσεν δεν ήταν ποτέ ιστορίες αφηγηματικής ευθείας, αλλά σκιές ενός κόσμου παράλληλης παρουσίας.
Το παραμύθι ζητά ξανά να ειπωθεί. Διεκδικεί να περάσει από τον τοίχο του φανταστικού στη δική μας διάσταση.
Μήπως όμως δεν χρειάστηκε ποτέ να στριμωχτεί μέσα από αυτή τη ρωγμή;
Μήπως τελικά ο τοίχος ήταν το πιο πειστικό αφήγημα απ’ όλα;
Θα μάθουμε σίγουρα στα επόμενα βιβλία της σειράς!












