Ζούμε σε μια εποχή που το να αναπνέεις και να ζεις τη ζωή σου δεν είναι αρκετό. Πρέπει να έχεις άποψη. Άποψη για τα πάντα και για όλους. Υπάρχει η αίσθηση πως η άποψη δεν είναι κάτι που θα έπρεπε απλώς να έχεις, αλλά κάτι που χρωστάς.
Αν δε τη δώσεις εγκαίρως, αν δεν είναι ξεκάθαρη, αν δε συνοδεύεται από ηθικό πλεονέκτημα και μια ελαφριά αγανάκτηση, τότε θεωρείται ελλιπής. Σχεδόν ύποπτη. Σαν δήλωση στην εφορία χωρίς αποδείξεις.
Δεν κοιτάμε αν η άποψη προέρχεται από κάποια αυθεντία του είδους ή αν είναι τεκμηριωμένη. Κοιτάμε απλώς να υπάρχει.
Σταδιακά η κοινωνία μάς εκπαίδευσε περισσότερο στην ταχύτητα του να απαντάμε, παρά στο να σκεφτόμαστε πριν απαντήσουμε. Η ερώτηση έπαψε να είναι “τι πιστεύεις” αλλά “πότε θα το ανεβάσεις;”. Ο χρόνος αντίδρασης που έχουμε γύρω από ένα θέμα έχει μεγαλύτερη σημασία από το περιεχόμενο που θα φέρεις στο τραπέζι. Άλλωστε, αν δεν έχεις άποψη μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά, το θέμα έχει ήδη κλείσει και έχουμε περάσει στο επόμενο συλλογικό σοκ.
Η σιωπή έπαψε να είναι επιλογή κι από αρετή έγινε στάση και μάλιστα ασυγχώρητη. Κι όπως κάθε στάση και θέση που παίρνουμε σε αυτόν τον κόσμο, τείνει να διερευνάται και να ερμηνεύεται, έτσι κι η σιωπή.
Αν δε μιλήσεις, δεν έχεις άποψη. Αν μιλήσεις λίγο, δεν είσαι αρκετά ευαισθητοποιημένος και ενημερωμένος (όχι οτι παίζει ρόλο στις μέρες μας να έχεις γνώση επί του θέματος, όλοι τα ξέρουν όλα).
Αν μιλήσεις πολύ, κάνεις επίδειξη ανωτερότητας.
Αν μιλήσεις με χιούμορ, είσαι ανεύθυνος και επιπόλαιος.
Αν μιλήσεις σοβαρά, είσαι βαρετός, κουραστικός και ελαφρώς μπανάλ.
Με λίγα λόγια, το μόνο αποδεκτό είναι να μιλάς όσο πρέπει και το “όσο πρέπει” είναι η σύγχρονη μονάδα μέτρησης για το “όσο συμφωνούν οι άλλοι”. Είναι μεταβλητή μονάδα και πρέπει να βρεις την κατάλληλη δόση ανάλογα με τους συνομιλητές σου την εκάστοτε στιγμή.
Έτσι, η άποψη μετατρέπεται από σκέψη σε παράσταση. Δεν λέμε απλώς τι πιστεύουμε· το σκηνοθετούμε. Διαλέγουμε λέξεις με βάρος, παίρνουμε ύφος κατάλληλο, το πιο θεατρικό, οργής, ειρωνείας, θλίψης και κυρίως επιλέγουμε πολύ προσεκτικά τα hashtags γιατί αυτά θα απογειώσουν την όλη κατάσταση (“Πάτε τους ψηφίζετε και μετά αναρωτιέστε τι πάει λάθος στη χώρα “#κινημαδεπληρωνω #οργη #range #ohmyfuckingkerato). Εν τω μεταξύ αυτοί που ωρύονται περισσότερο, είναι αυτοί που έχουν κάνει τη μεγαλύτερη λαδιά από όλους. ΝΟΜΟΣ!
Διαλέγουμε, λοιπόν, το ύφος που θέλουμε, όχι γιατί αυτό μας εκφράζει αλλά για να μην παρεξηγηθούμε. Και μάλιστα για να μην παρεξηγηθούμε από τους λάθος ανθρώπους, όχι από τους σωστούς.
Και κάπου εκεί αρχίζει η κούραση. Όχι επειδή δε μας ενδιαφέρουν τα πράγματα, αλλά επειδή μας ζητούν να ενδιαφερόμαστε αδιάκοπα. Κάθε μέρα και μια νέα αφορμή για συναισθηματική επένδυση. Κάθε μέρα κι ένα νέο «πρέπει» να τοποθετηθείς. Κι αν δεν έχεις άποψη, μην ανησυχείς — μπορείς πάντα να δανειστείς μία έτοιμη. Κυκλοφορούν πολλές. Δωρεάν.
Η άποψη πλέον γίνεται αυτόματα ταυτότητα. Σε χαρακτηρίζει, σε ορίζει, σε τοποθετεί και πολλές φορές σε αποκλείει. Είναι κάτι που είσαι. Αν κάποιος διαφωνήσει μαζί σου δε διαφωνεί με την ιδέα, αλλά με την ύπαρξή σου. Για αυτό κάθε συζήτηση που γίνεται σήμερα, γίνεται με ένταση, κάθε διαφωνία καταλήγει σε προσβολή και κάθε σχόλιο σε μίνι εμφύλιο, delete και μπλοκ.
Έχουμε πάψει ν’ ανταλλάσσουμε ιδέες· μετράμε απλώς στρατόπεδα.
Φυσικά μέσα σε όλο αυτό το χάος, το να έχεις τις αμφιβολίες σου για το παραμικρό, είναι ασυγχώρητο και καταδικαστέο. Το «δεν ξέρω. Δεν απαντώ » είναι αδυναμία. Το «θέλει σκέψη» ύποπτο.
Καλά, δεν τολμάω να σκεφτώ τι σκέφτεται ο άλλος στην φράση «θα το ψάξω ή θα το ερευνήσω», λογικά θα νομίζουν πως έχει σπάσει το χωροχρονικό συνεχές και έρχεσαι από το μέλλον (ή από το παρελθόν, εξαρτάται).
Το «άλλαξα γνώμη» είναι ολοφάνερη προδοσία. Πρέπει να ξέρεις, να είσαι σίγουρος και να παραμένεις σταθερός, ακόμη κι αν ο κόσμος αλλάζει μπροστά σου. Η συνέπεια έχει μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια. Το να είσαι πιστός είναι πιο σημαντικό από το να είσαι έγκυρος.
Και κάπως έτσι εξαντλούμαστε. Κι όχι από την υπερβολική σκέψη και θεώρηση, αλλά από την υπερέκθεση. Όχι από την υγιή, τεκμηριωμένη διαφωνία, αλλά από την υποχρέωση να διαφωνούμε σωστά. Κι όταν θέλουμε να σωπάσουμε, να αφήσουμε άλλους να μιλήσουν, που ίσως να ξέρουν κάτι περισσότερο, φοβόμαστε μήπως παρεξηγηθούμε, μη μας περάσουν για άβουλες προσωπικότητες.
Θέλουμε να αποσυνδεθούμε, αλλά αν το κάνουμε, ίσως χάσουμε το επόμενο μεγάλο θέμα για το οποίο θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχουμε άποψη. Κι άμα το χάσουμε τι story και post θα κάνουμε στο insta και στο facebook;
Ίσως τελικά η πραγματική επανάσταση σήμερα δεν είναι να μιλήσεις πιο δυνατά, αλλά να μιλήσεις λιγότερο. Να αφήσεις κάποια πράγματα να ειπωθούν από τους γνώστες, από αυτούς που έχουν κάτι να πουν. Ν’ αποδεχτείς ότι δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός σε όλα. Να κλείσεις για λίγο το στόμα σου και να ανοίξεις τα αυτιά σου σε δεδομένα και ανθρώπους που ξέρουν. Ότι μπορείς να ενδιαφέρεσαι χωρίς να αναρτάς. Να σκέφτεσαι χωρίς να δηλώνεις.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, μέσα σε αυτό το πανηγύρι απόψεων, το μόνο κοινό συναίσθημα που μας ενώνει πραγματικά δεν είναι η βεβαιότητα.
Είναι η κόπωση.
Και γι’ αυτήν, παραδόξως, όλοι έχουμε άποψη.













