Η Πακώ* δεν παντρεύτηκε από θέληση.
Παντρεύτηκε για να σωθεί το όνομα της οικογένειας.
Ο γέρος τη «σπίτωσε» βιαστικά, χωρίς γλέντι και χωρίς παπάδες να τραγουδούν στεφάνια. Στη Μάνη του εμφυλίου δεν περίσσευαν ούτε χαρές, ούτε συγχωρέσεις. Μονάχα συμφωνίες σιωπής.
Το παιδί μεγάλωνε σε ένα σπίτι δίχως αγάπη. Ο άντρας της , ο Π. ήταν σκληρός άνθρωπος. Φανατικός δεξιός, αρχηγός ομάδας που κυνηγούσε αντάρτες στα βουνά, πίστευε πως ο εμφύλιος δεν ήταν πόλεμος αδερφών, αλλά ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το όνομά του ακουγόταν στα χωριά ψιθυριστά, μαζί με ιστορίες για ξυλοδαρμούς, εξαφανίσεις και νυχτερινές εκτελέσεις.
Και όμως, κάτω από τη στέγη του, η Πακώ πρόδιδε σιωπηλά τον ίδιο του τον κόσμο.
Τα αδέρφια της, ο Ηλίας και το Ματζούνι**, είχαν βγει αντάρτες στα βουνά. Κρύβονταν σε σπηλιές, σε μαντριά, σε ξερολιθιές, κυνηγημένοι σαν αγρίμια. Η Πακώ δεν μπορούσε να τους αφήσει να πεθάνουν. Άρχισε λοιπόν να οργανώνει τις γυναίκες των ανταρτών. Άλλες ζύμωναν ψωμί, άλλες έκρυβαν φυσίγγια μέσα σε σακιά με αλεύρι, άλλες έραβαν ρούχα τη νύχτα με κλειστά παράθυρα.
Η ίδια μετέφερε τα μηνύματα.
Ποτέ δεν μιλούσε πολύ. Ένα νεύμα, ένα κοίταγμα, ένα κομμάτι χαρτί κρυμμένο στον κόρφο αρκούσε.
Ο Π. όμως είχε αρχίσει να υποψιάζεται.
Έβλεπε τη γυναίκα του να χάνεται με τις ώρες από το σπίτι, να συναντά γυναίκες στα πηγάδια και να σωπαίνει μόλις έμπαινε εκείνος στο δωμάτιο . Δεν είχε αποδείξεις. Μονάχα ένστικτο.
Και το ένστικτό του δεν τον είχε προδώσει ποτέ.
Ένα απόγευμα του φθινοπώρου, η Πακώ βγήκε από το χωριό κρατώντας το παιδί της στην αγκαλιά. Ο αέρας μύριζε υγρασία και καμένο ξύλο. Λίγο έξω από τα τελευταία σπίτια συνάντησε ένα μικρό κοριτσάκι.
Χωρίς να σταματήσει, της έδωσε ένα διπλωμένο χαρτί.
«Κρύψ’ το καλά», της ψιθύρισε.
Το κοριτσάκι, μόλις 4 ετών, ίσως και μικρότερο, έκρυψε το χαρτάκι μέσα στο φουστανάκι του, στο μέρος της καρδιάς και πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στο βουνό Ψίο.
Μόνο που κάποιος παρακολουθούσε.
Ο Π. περίμενε πίσω από έναν πέτρινο τοίχο, ώσπου η Πακώ ν’ απομακρυνθεί. Ύστερα άρπαξε το κοριτσάκι πριν προλάβει να τρέξει.
Το παιδί έκλαιγε και σπαρταρούσε.
Εκείνος βρήκε το σημείωμα.
Το διάβασε αργά.
Τόπος συνάντησης.
Ώρα.
Προμήθειες.
Ονόματα.
Το κοριτσάκι κατάφερε να ξεφύγει και από τύχη δεν το σκότωσε, προσπάθησε να ειδοποιήσει την Πακώ αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.
Εκείνο το βράδυ οι δεξιοί έστησαν ενέδρα.
Οι αντάρτες κατέβηκαν προσεκτικά από το βουνό πεινασμένοι και κουρασμένοι, πιστεύοντας πως θα έβρισκαν ψωμί, ρούχα και λίγη ασφάλεια. Μα πριν προλάβουν να καταλάβουν τι συμβαίνει, φώτα άναψαν μέσα στο σκοτάδι.
«Κανείς μην κουνηθεί!»
Τους περικύκλωσαν από παντού.
Εικοσιπέντε άντρες πιάστηκαν εκείνη τη νύχτα. Ανάμεσά τους και τα αδέρφια της Πακώς.
Τους έσυραν μέχρι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που ήταν στην άκρη του χωριού και μαζί με αυτούς έβγαλαν και όλο το χωριό στη πλατεία. Οι δεξιοί ήθελαν να δουν όλοι τι παθαίνουν οι «προδότες».
Οι αντάρτες κλειδώθηκαν μέσα.
Άλλοι φώναζαν, άλλοι προσεύχονταν, άλλοι έπεφταν με το κορμί τους πάνω στη πόρτα στη προσπάθεια τους να την ανοίξουν. Κανείς όμως δεν άλλαξε τα πιστεύω του για να γλιτώσει. Κανείς. Κι ίσως τελικά αυτό να ήταν που εξόργιζε περισσότερο τους δεξιούς.
Κι ύστερα σε μια στιγμή απόλυτης ησυχίας, το εκκλησάκι τυλίχτηκε στις φλόγες.
Η φωτιά ανέβηκε γρήγορα πάνω στις παλιές εικόνες και στα ξερά ξύλα της σκεπής. Οι κραυγές ακούγονταν σ’ όλο το χωριό. Κάποιοι γυναίκες έκλαιγαν. Άλλοι κοιτούσαν σιωπηλοί, ακίνητοι από φόβο.
Εικοσιπέντε άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί εκείνη τη νύχτα.
Και την ίδια στιγμή, η Πακώ δεν ήξερε τίποτα.
Βρισκόταν στο σπίτι της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, θηλάζοντας το μωρό της. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Μονάχα η ανάσα του παιδιού ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι. Η Πακώ είχε αποκοιμηθεί με το μωρό στην αγκαλιά της όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Εκείνη δε σάλεψε. Ο ύπνος ήταν τόσο βαθύς που δεν άκουσε ούτε τη πόρτα, ούτε τα βήματά του, ούτε το όπλο που όπλιζε.
Στάθηκε μπροστά της χωρίς κανένα ίχνος συναισθήματος ή συμπόνοιας και πυροβόλισε.
Η σφαίρα τη βρήκε στο κεφάλι.
Το σώμα της έμεινε ασάλευτο πάνω στο στρώμα και το μωρό έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακόμη κολλημένο πάνω της, με το στήθος της μάνας του στο στόμα.
Μετά σώπασε κι εκείνο για πάντα.
Χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι στο χωριό ακόμα μιλούσαν ψιθυριστά για εκείνη τη νύχτα. Κανείς δεν τολμούσε να πει φωναχτά πόσοι κάηκαν μέσα στο εκκλησάκι ούτε ποιος τράβηξε τη σκανδάλη στο σπίτι της Πακώς. Στη Μάνη, οι νεκροί έμεναν πάντα παρόντες, κρυμμένοι μέσα στις πέτρες, στα ξεροβούνια και στις σιωπές των ανθρώπων.
Το εκκλησάκι ξαναχτίστηκε χρόνια μετά. Μα όσοι περνούσαν βράδυ από εκεί έλεγαν πως, όταν φυσούσε δυνατός αέρας, ακόμα ακούγονταν φωνές μέσα από τους τοίχους.
Για την Πακώ δεν έμεινε φωτογραφία. Μονάχα μια ιστορία που οι γριές έλεγαν χαμηλόφωνα στα εγγόνια τους — για μια γυναίκα που έγινε σύζυγος με τη βία, μάνα μέσα στον φόβο και προδότρια στα μάτια του άντρα της επειδή προσπάθησε να σώσει τ’ αδέρφια της.
Κι ίσως τελικά αυτό να ήταν ο εμφύλιος:
όχι μόνο οι νεκροί,
αλλά οι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να σκοτώσουν ό,τι αγαπούσαν για να επιβιώσουν.
Υ.Γ: Το κοριτσάκι που πήγαινε τα σημειώματα, ήταν η γιαγιά μου, η Παρασκή. Μέσα στην εκκλησία ήταν και ο πατέρας της ο Θοδωρής και τον είδε να καίγεται μπροστά στα μάτια της.
*Πακώ: Είναι μανιάτικη συντομία για το “Παρασκευή”
*Ματζούνι: Το κανονικό του όνομα ήταν Γιώργος. Ματζούνι τον ονόμασαν επειδή είχε καλή φωνή και συνεχώς τραγούδούσε. Και επειδή λένε πως η φωνή του ήταν τόσο γλυκιά και ηρεμούσαν όλοι όταν τον άκουγαν, του έδωσαν το προσωνύμιο “Ματζούνι”, δηλαδή θεραπευτικό σκεύασμα.












